Τώρα που ο
αρχικός ενθουσιασμός για τα εκλογικά αποτελέσματα υποχωρεί, αρχίζουν τα δύσκολα
για την Αριστερά. Για όλες
ανεξαιρέτως τις αριστερές δυνάμεις και πρώτα απ' όλα τις δυνάμεις της
κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Η πρόκληση για την Αριστερά γίνεται ξανά
ιστορική και μόνο με την πρόκληση που αντιμετώπισε αμέσως μετά τον πόλεμο
μπορεί να συγκριθεί!
Το ερώτημα
που εκ των πραγμάτων έχει τεθεί στις δυνάμεις της Αριστεράς, είναι περίπου το
εξής: Θα
κατακτήσουν την ικανότητα να συμβάλλουν ώστε να ανακοπεί ο σημερινός
μνημονιακός κατήφορος και πολύ περισσότερο να διασφαλιστεί μια νέα προοδευτική
πορεία διεξόδου από την κρίση και ανασυγκρότησης με σοσιαλιστικό ορίζοντα;
Το εκλογικό αποτέλεσμα, με το πρωτοφανές για τη μεταπολεμική περίοδο ποσοστό, αναθέτει στην Αριστερά μεγάλες ευθύνες
σε συνθήκες βαθύτατης κρίσης, κρίσης οικονομικής και κρίσης του αστικού
πολιτικού κατεστημένου.
Να πάρουν πίσω τις υπογραφές τους από τις
δεσμευτικές επιστολές που έβαλαν στο μνημόνιο και στο τάφο της χώρας, κάλεσε
τους Σαμαρά και Βενιζέλο ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος το μεσημέρι έλαβε
διερευνητική εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Όπως είπε η απόφαση του λαού, καθιστά το
μνημόνιο άκυρο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, πρόσθεσε, δε θα βάλει από το
παράθυρο αυτούς που ο λαός έδιωξε από την πόρτα.
Ο κ. Τσίπρας συναντήθηκε με τον Φώτη
Κουβέλη. Το απόγευμα θα έχει διαδοχικές συναντήσεις με αντιπροσωπεία των
Οικολόγων Πράσινων (5.30 μ.μ.) και τη Λούκα Κατσέλη (7 μ.μ.). Ο Κουβέλης και η
ΔΗΜΑΡ λένε ΝΑΙ σε συγκυβέρνηση.
Ο κ. Τσίπρας είχε τηλεφωνική επικοινωνία
με την Αλέκα Παπαρήγα η οποία του κλεισε κατάμουτρα την πόρτα και άρχισε πάλι
τις γονυκλισίες στον Στάλιν.
Αύριο θα συναντηθεί στις 5 το απόγευμα με
Βενιζέλο και εκπροσώπους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Την Πέμπτη θα συναντηθεί με τους Σαμαρά
και Πάνο Καμμένο.
Ας γίνει κάτι
ξεκάθαρο από την αρχή: μετασχηματισμός μιας κοινωνίας, ριζικός στα όρια της
επανάστασης (με τη λενινιστική έννοια), μέσω εκλογών που διεξάγει ένα αστικό
κράτος, είναι δύσκολο να γίνει. Όμως, είναι παράλληλα σημαντικό το ότι ένα
γεγονός (όπως μια εκλογική διαδικασία), εντός του θεσμικού πλέγματος ενός
κράτους, μπορεί να προκαλέσει τομές και να πυροδοτήσει καταστάσεις τόσο
απρόβλεπτες και δυναμικές που να γράψουν επαναστατική ιστορία.
Βεβαίως,
όποιος περίμενε ότι οι εκλογές της 6ης Μάη θα ήταν επανάσταση για τον τόπο
πλανάται. Αυτό πρέπει να γίνει σαφές, μαζί και με το γεγονός ότι η πολιτική
διεξάγεται βάσει πραγματικότητας και όχι επιθυμιών ή υποθέσεων. Τέτοιο ιστορικό
γεγονός δεν είναι ακόμα οι εκλογές της περασμένης Κυριακής – αλλά μπορούν να
γίνουν, υπό κάποιες προϋποθέσεις.
Σχέδιο δράσης
με απώτερο στόχο την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε πρώτη κοινοβουλευτική δύναμη
επεξεργάζεται το επιτελείο του κόμματος στην οδό Κουμουνδούρου την ίδια ώρα που
παράλληλα, ο Αλέξης Τσίπρας έλαβε το μεσημέρι τη διερευνητική εντολή
σχηματισμού κυβέρνησης.
Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες του iefimerida στόχος του επικεφαλής του
ΣΥΡΙΖΑ είναι:
Η δημιουργία ενός ευρύτερου μετώπου αριστερών δυνάμεων. Το είχε
προαναγγείλει άλλωστε στις πρώτες δηλώσεις του την Κυριακή των εκλογών μιλώντας
για επανίδρυση της ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης. Για το λόγο αυτό άλλωστε
ξεκινά τις διερευνητικές του επαφές με τη Δημοκρατική Αριστερά του Φώτη
Κουβέλη, τους Οικολόγους Πράσινους και την Κοινωνική Συμφωνία της Λούκας
Κατσέλη, «σνομπάροντας» ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.
Στη συνέχεια, στόχος της Κουμουνδούρου είναι να απευθυνθεί στο εκλογοδικείο
και να ανακοινώσει επισήμως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μετατρέπεται πλέον σε ενιαίο κόμμα,
από συνασπισμός δυνάμεων. Ως γνωστόν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα μόρφωμα που αποτελείται
από συνιστώσες (ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ, ΑΚΟΑ, ΔΕΑ κ.λπ.) οι οποίες είναι κόμματα
αναγνωρισμένα από τον Αρειο Πάγο και εσωκομματικές τάσεις («Κοκκινοπράσινο
Δίκτυο κ.α.).
Aμφισβητεί ο ΣΥΡΙΖΑ την εκλογή 50
βουλευτών από τη Νέα Δημοκρατία τις οποίες κερδίζει επιπλέον της εκλογικής της
επίδοσης βάσει του ισχύοντος εκλογικού νόμου, ο οποίος προβλέπει ότι το πρώτο
κόμμα έστω και μία ψήφο διαφορά από το δεύτερο κερδίζει 50 έδρες επιπλέον.
Στη χθεσινή συνεδρίαση της Πολιτικής
Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ το θέμα συζητήθηκε επί μακρόν και κατατέθηκαν απόψεις,
τεκμηριωμένες κατά την άποψη των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που υποστηρίζουν ότι από
την στιγμή που το ποσοστό του πρώτου κόμματος είναι κάτω από 20%, όπως
συμβαίνει εν προκειμένω με τη ΝΔ, ο εκλογικός νόμος δεν δίνει την δυνατότητα
στο πρώτο κόμμα να "απολαύσει" το bonus, λόγω χαμηλής συνολικής
επίδοσης.
Δεν χρειάστηκαν ούτε έξι... ώρες (!) για να διαπιστώσει ο μεγάλος χαμένος των
προχθεσινών εκλογών, ο πρόεδρος της ΝΔ Αντώνης Σαμαράς που τις προκάλεσε, την
παντελή αδυναμία σχηματισμού φιλομνημονιακής κυβέρνησης και να υποχρεωθεί
εκών - άκων να καταθέσει τη διερευνητική εντολή που του είχε δώσει ο Πρόεδρος
της Δημοκρατίας. Τόσο ο Αντ. Σαμαράς όσο και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευ.
Βενιζέλος κινούνται πολιτικά μέχρι τώρα αγνοώντας προκλητικά το εκκωφαντικό
μήνυμα των εκλογών: το ότι ο λαός συνέτριψε τα κόμματά τους κραυγάζοντας
στεντορεία τη φωνή «Οχι στο Μνημόνιο!».Είναι πράξη πολιτικής αλαζονείας και
θράσους η απόπειρα σχηματισμού φιλομνημονιακής κυβέρνησης όταν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ,
ως μοναδικές μνημονιακές δυνάμεις με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, δεν
συγκέντρωσαν ούτε καν το ένα... τρίτο (!) των ψήφων, αφού πήραν μόλις το 32%
από κοινού έναντι του συνήθους 80% και πλέον που συγκέντρωναν επί περισσότερα
από 30 χρόνια. Μια τέτοια κυβέρνηση θα συνιστούσε απόπειρα ωμής και κατ΄ ουσίαν
πραξικοπηματικής παραχάραξης της λαϊκής ετυμηγορίας. Ευτύχημα αποτελεί το ότι
δεν καρποφόρησε.
Πριν από τον σχηματισμό κυβέρνησης υφίσταται ένα άλλο θέμα. Αναγνωρίζουν η ΝΔ
και το ΠΑΣΟΚ ότι ο λαός ψήφισε κατά του Μνημονίου; Και αν ναι, προτίθενται να
προσαρμόσουν την πολιτική τους σε αυτή τη λαϊκή απαίτηση; Τέλος, αν δεν
σκοπεύουν να αλλάξουν τη φιλομνημονιακή γραμμή τους, έχουν σκοπό να σεβαστούν
τη λαϊκή ετυμηγορία, να παραμερίσουν και να αφήσουν να διαχειριστούν τις
τύχες της χώρας οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, αν αυτές κατορθώσουν να
σχηματίσουν κυβέρνηση;
Οι εκλογές απέκλεισαν τη δυνατότητα σχηματισμού φιλομνημονιακής κυβέρνησης.
Αυτό είναι το δευτερεύον. Το πρωτεύον είναι ότι ο ελληνικός λαός έστειλε
ηχηρότατο μήνυμα τόσο προς τα ελληνικά πολιτικά κόμματα και το ελληνικό
κατεστημένο όσο και προς την ΕΕ και την ηγεμονική της δύναμη, τη Γερμανία,
ότι δεν αντέχει άλλη λιτότητα.
Των ΣΤΑΘΗ
ΚΟΥΒΕΛΑΚΗ & ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ*
«Η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ, η
σύγκρουση με την ΕΕ και η υιοθέτηση εκτεταμένου αντικαπιταλιστικού
προγράμματος θα λειτουργήσει ως παράδειγμα για τους ευρωπαϊκούς λαούς...
Η Ελλάδα μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για τη δράση των
άλλων ευρωπαϊκών λαών που δέχονται τεράστιες πιέσεις λόγω της κρίσης και
επιζητούν μεγάλες αλλαγές, όπως δείχνουν οι πρόσφατες πολιτικές
εξελίξεις στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία. Σε μια
τέτοια προοπτική η Ευρώπη θα μπορέσει ίσως να μπει σε διαφορετική πορεία,
προωθώντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών λαών με πραγματικούς
όρους και όχι με τη σημερινή υποκρισία που καλύπτει την ιμπεριαλιστική
κυριαρχία. Θα πρόκειται για το πρώτο ουσιαστικό πλήγμα κατά του
νεοφιλελευθερισμού και της χρηματιστικοποίησης που οδήγησαν στην
τεράστια κρίση του 2007. Η ανατρεπτική αριστερά μπορεί όντως να
κάνει την Ελλάδα να αλλάξει τον εαυτό της συμβάλλοντας σε ευρύτερες παγκόσμιες
αλλαγές».
Ο Κώστας Λαπαβίτσας και ο Στάθης
Κουβελάκης καταθέτουν 54 θέσεις - προτάσεις, χαράσσουν τους
άξονες της Αριστερής Διεξόδου από την Κρίση, ενώ αναδεικνύουν την
αναγκαιότητα μετωπικής συμμαχίας των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων με
πυρήνα μια Αριστερά με ανατρεπτικό προσανατολισμό.
Οι θέσεις
χωρίζονται σε τρία μέρη:
Γενικευμένη καπιταλιστική κρίση: Ευρώπη και Ελλάδα (θέσεις 1-17) Κοινωνικές δυνάμεις και πολιτική εξουσία στην εποχή των μνημονίων (θέσεις 18-41) Αριστερή πρόταση για επίλυση της κρίσης και κοινωνική αλλαγή (θέσεις 42-54)
Η δήλωση Τσίπρα για την πιθανότητα να αποδεχθεί
στήριξη Καμμένου για το σχηματισμό κυβέρνησης, αποτέλεσε τελικά το επίκεντρο
των εκλογών και οπωσδήποτε θα ανεβάσει τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ.
Πολιτική κοσμογονία
συνιστούν τα αποτελέσματα των χθεσινών πρόωρων βουλευτικών εκλογών.
Σηματοδότησαν όντως την παταγώδη και οριστική κατάρρευση του
μεταπολιτευτικού δικομματικού σκηνικού ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, όπως αναμενόταν μετά
βεβαιότητας. Ομολογουμένως όμως υπερέβη τους χειρότερους εφιάλτες των ηγεσιών
των δύο κομμάτων – πυλώνων του πολιτικού συστήματος η εφιαλτική καταβαράθρωσή
τους. Ποιος μπορούσε άραγε να φανταστεί την «πρώτη» ΝΔ με ποσοστό κάτω
του 20%, όπως ήταν την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, και το ΠΑΣΟΚ
κάτω του 14%;
Βάζουμε τη
λέξη πρώτη σε εισαγωγικά αναφορικά με τη ΝΔ όχι βεβαίως επειδή αμφισβητούμε την
πρωτιά της, αλλά επειδή το διαγραφόμενο ποσοστό της, γύρω στο 19%, είναι κατά
15 εκατοστιαίες μονάδες… μικρότερο από το χειρότερο αποτέλεσμα που είχε ποτέ
σημειώσει στα σχεδόν σαράντα χρόνια της ιστορίας της και ήταν το 33,5% υπό την
ηγεσία του Κώστα Καραμανλή στις εκλογές του 2009!Ο πρόεδρος της ΝΔ Αντώνης
Σαμαράς, ο οποίος προκάλεσε τις πρόωρες εκλογές με σύνθημα την… αυτοδυναμία
(!!!) του κόμματός του, το οδήγησε στην πραγματικότητα στην καταστροφή
με την πολιτική κωλοτούμπα που έκανε, εγκαταλείποντας την αντιμνημονιακή
γραμμή και περνώντας στο μνημονιακό στρατόπεδο.
“Όλοι όρθιοι”, φωνάζουν
μέλη της Χρυσής Αυγής κατά την είσοδο Νίκου Μιχαλολιάκου σε αίθουσα
ξενοδοχείου, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες δηλώσεις μετά τα πρώτα exit
poll και την άνοδο της παράταξης που επέτρεψε την είσοδό της στη Βουλή. Πρωτοπαλίκαρα
της Χρυσής Αυγής ζήτησαν από τους παρόντες δημοσιογράφους να σηκωθούν όρθιοι
μόλις μπει στην αίθουσα ο Ν. Μιχαλολιάκος. Ωστόσο, η άρνηση των δημοσιογράφων
να ανταποκριθούν στο “εγέρθητι” προκάλεσε εντάσεις. “Μόλις μπει στην αίθουσα,
να σηκωθείτε σε ένδειξη σεβασμού”, συνέχιζαν να φωνάζουν ορισμένα μέλη. Δημοσιογράφος
όμως απάντησε: “Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό. Για άλλο πράγμα είμαστε
εδώ”. Η απάντηση των μελών ήταν ακόμα πιο προκλητική: “Σε όποιον δεν αρέσει, να
φύγει”. Και η δημοσιογράφος σηκώθηκε να φύγει. Τότε, ο Νίκος Μιχαλολιάκος τη
ρώτησε που πάει. Κι όταν πήρε την απάντηση, είπε με ειρωνικό ύφος: “Στο καλό”. Η
δημοσιογράφος αποχώρησε, μαζί της και το συνεργείο μεγάλου ιδιωτικού καναλιού.
Τα
κόμματα του "μαύρου μετώπου" πλήρωσαν πολύ ακριβά την υπογραφή τους
στα Μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις, τη συμφωνία τους για εγκατάσταση της
τρόικας ως ανώτατης Αρχής στη χώρα, την εξυπηρέτηση των πιο αρπακτικών
διαθέσεων των επιχειρηματικών ομίλων και των τραπεζών, τα σχέδια της Ευρωζώνης
για τη διάσωση του ευρώ, εις βάρος μιας
ολόκληρης κοινωνίας. Αυτό είναι το βασικό αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου.
Επιβεβαιώθηκε και στην κάλπη αυτό που έδειχναν οι αγώνες τα δύο προηγούμενα
χρόνια, ότι ο λαός απορρίπτει τα Μνημόνια και την άγρια λιτότητα που τα
συνοδεύει. Τα κόμματα της πρώτης και της δεύτερης συγκυβέρνησης [ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ.
και ΛΑΟΣ] έχασαν περίπου το 45% της εκλογικής δύναμής τους. Το ΠΑΣΟΚ ιδίως υπέστη πραγματική συντριβή, χάνοντας 30% των
ψήφων του. Η Ν.Δ. όχι μόνο δεν
αναχαίτισε την διαρροή προς το κόμμα του Π. Καμμένου, αλλά έχασε μέρος της
δύναμής της. Το ΛΑΟΣ έμεινε εκτός Βουλής. Το πολιτικό σκηνικό ανατράπηκε
πλήρως.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ISKRA ΛΙΓΗ ΝΗΦΑΛΙΟΤΗΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΑΜΗΧΑΝΙΑ, ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ!
Όπως ήταν
αναμενόμενο, ο διεθνής
τύπος υποδέχθηκε τα αποτελέσματα των ελληνικών εκλογών με ποικιλία εκτιμήσεων
και «συναισθημάτων».
Από τη μία λοιπόνυπάρχουν
δημοσιεύματα που καταγράφουν την εικόνα του εκλογικού αποτελέσματος
επισημαίνοντας τις «δραματικές απώλειες» των δύο μεγάλων κομμάτων και την
«οργή» των ψηφοφόρων, οι οποίοι επέλεξαν να καταδικάσουν την
πολιτική της λιτότητας και από την άλλη, υπάρχειπληθώρα αρθρογραφίας και εκτιμήσεων που κινούνταν στο γνωστό κλίμα
κινδυνολογίας, με αναφορές στα ενδεχόμενα ακυβερνησίας, μη τήρησης του
δανειακού προγράμματος, πιθανής χρεοκοπίας, και εξόδου από την Ευρωζώνη.
Στοχευμένα δημοσιεύματα, πουφανερώνουν την αμηχανία και τον φόβο των κυρίαρχων πολιτικών και
οικονομικών κύκλων διεθνώς,απέναντι στην
φανερή ανατροπή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα αλλά και που επιχειρούν ναδημιουργήσουν ένα κλίμα πιέσεων
και τρομοκρατίας απέναντι στις επερχόμενες πολιτικές εξελίξεις: διαδικασία
συγκρότησης νέας κυβέρνησης, αλλά και πιθανότητα νέας εκλογικής αναμέτρησης.
Αναφορές, ωστόσο γίνονται και στην ανησυχία που προκαλεί η είσοδος για
πρώτη φορά ενός νεοναζιστικού κόμματος στο Κοινοβούλιο.
Οι
πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας
Περιγραφή:
"Ο μεγάλος
μετασχηματισμός" πραγματεύεται την εκατονταετία 1830-1940 των ευρωπαϊκών
πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων, με επίκεντρο την εδραίωση, τις
παλινδρομήσεις και την κατάρρευση της οικονομίας της αγοράς.
Ο συγγραφέας, που
θεωρείται από τους πρωτοπόρους της κοινωνικής και οικονομικής ανθρωπολογίας,
απαντά αφ ενός στον μαρξισμό και αφ ετέρου στον οικονομισμό του
φιλελευθερισμού.
Ο βαθύς ανθρωπισμός που
διαπνέει το βιβλίο καταλήγει στην πάντα επίκαιρη θέση του Πολάνυι: ο άνθρωπος
είναι, πρώτα απ όλα, κοινωνικό ον· η ανθρώπινη κοινωνία δεν πρέπει να γίνεται
έρμαιο των μηχανιστικών κανόνων της οικονομίας της αγοράς· η οικονομία πρέπει
να έχει κοινωνική θεμελίωση.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Για τους ειδικούς
επιστήμονες όλων των κλάδων τα διεπιστημονικά έργα είναι ταυτόχρονα ανάθεμα και
πηγή νέων ιδεών. Οι ειδικοί εξεγείρονται εναντίον των επιδρομών που κάνουν οι
μη ειδικοί στο πεδίο τους κατηγορώντας τους ότι επιλέγουν ό,τι τους βολεύει και
απλουστεύουν τα συμπεράσματα των ειδικών. Ταυτόχρονα όμως γοητεύονται από τα
συνθετικά έργα καθώς η σώρευση και ο συνδυασμός των ειδικών διαπιστώσεων,
προκειμένου να εξυπηρετηθεί ένα διεπιστημονικό εγχείρημα, παρέχουν ευκαιρίες
για πρωτότυπες υποθέσεις εργασίας, χρήσιμες στους ειδικούς που τυχόν
εγκλωβίζονται στις εσωτερικές διαφωνίες της δικής τους επιστημονικής
κοινότητας. Παράδειγμα διεπιστημονικού, κλασικού έργου είναι το βιβλίο του
αυστριακού Καρλ Πολάνυι (1896-1964) το οποίο συνδυάζει συμπεράσματα από την
ιστορία, την ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία και τα διεθνή οικονομικά του
πρώτου μισού του 20ού αιώνα (εκδόθηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ, το 1944). Σήμερα
θα το κατατάσσαμε στη διεθνή πολιτική οικονομία, αν όχι στην οικονομική
ανθρωπολογία ή στην ιστορική κοινωνιολογία. Ο Πολάνυι αντλεί στοιχεία από όλους
αυτούς τους κλάδους, άλλοτε με υπερβολικές λεπτομέρειες και άλλοτε με
υπαινικτικές διατυπώσεις που προϋποθέτουν ειδικές γνώσεις, για να δείξει την
ιστορικότητα της οικονομίας της σύγχρονης αγοράς. Η αγορά, όπως την ξέρουμε
σήμερα, είναι ένα κατασκεύασμα που προέκυψε ανάμεσα στις αρχές του 19ου και στα
μέσα του 20ού αιώνα. Δεν υπάρχει τίποτε το «φυσικό» στην επιδίωξη του κέρδους,
στη λογική της ήσσονος δυνατής προσπάθειας και στην εργασία επ αμοιβή. «Η οικονομική
ιστορία δείχνει ότι η εμφάνιση των εθνικών αγορών δεν ήταν σε καμία περίπτωση
αποτέλεσμα της σταδιακής και αυθόρμητης χειραφέτησης της οικονομικής
δραστηριότητας από τον κυβερνητικό έλεγχο. Απεναντίας, η αγορά ήταν απόρροια
της συνειδητής και συχνά βίαιης παρέμβασης της κυβέρνησης, που επέβαλε στην
κοινωνία την οργάνωση της αγοράς για μη οικονομικούς λόγους» (σελ. 238).
Ο μεγάλος
μετασχηματισμός, που έλαβε χώρα σε διάστημα 100 περίπου ετών, συνίσταται στην
εδραίωση της αυτορυθμιζόμενης αγοράς και στην επικράτηση του κινήτρου του
κέρδους στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Στο παρελθόν, ως το τέλος της φεουδαρχίας
στη Δυτική Ευρώπη, τα οικονομικά συστήματα ήσαν οργανωμένα στη βάση διαφόρων
αρχών, όπως η αμοιβαιότητα, η αναδιανομή και η παραγωγή για ατομική χρήση
(οικιακή οικονομία). «... Πριν από την εποχή μας, καμία οικονομία δεν ελεγχόταν
αποκλειστικά από τις αγορές... Η συνήθεια να αντιμετωπίζουμε τα τελευταία
10.000 χρόνια... ως πρελούδιο της πραγματικής ιστορίας του πολιτισμού μας, που
ξεκινά με τη δημοσίευση του "Πλούτου των Εθνών" το 1776, είναι
τουλάχιστον παρωχημένη» (σελ. 46-47). Αν και αγορές υπήρχαν πάντοτε, η
κοινωνική μεταβολή για την οποία γράφει ο Πολάνυι ήταν το πέρασμα από πολλές,
μικρές και κεντρικά ρυθμιζόμενες αγορές σε μια μεγάλη και αυτορυθμιζόμενη
αγορά. Οι προγενέστερες αγορές ήσαν ενσωματωμένες στην κοινωνία και
εξαρτημένες, ανάλογα με την περίπτωση, από τη φυλετική ή τη φεουδαλική ή τη
μερκαντιλιστική κοινωνική τάξη πραγμάτων. Αντιθέτως, η εδραίωση της σύγχρονης
αγοράς προϋπέθετε τον διαχωρισμό τής κοινωνίας από την οικονομία, την υποταγή
της πρώτης στη δεύτερη και την εμπορευματοποίηση της εργασίας, της γης και του
χρήματος.
Όλα αυτά ακούγονται
οικεία, χάρη στο προηγηθέν έργο του Μαρξ. Σε τι διαφέρει εκείνο του Πολάνυι;
Κατ αρχήν ο Πολάνυι δεν δέχεται την εξελικτική προσέγγιση της μετάβασης από τον
έναν τρόπο παραγωγής στον άλλον, σύμφωνα με την οποία ο καπιταλισμός προήλθε
σχεδόν νομοτελειακά από τη φεουδαρχία. Δεύτερον, ο συγγραφέας προτιμά να γράφει
για την «οικονομία της αγοράς» αντί για τον «καπιταλισμό» καθώς δεν εστιάζει
μόνο στο σύστημα παραγωγής αλλά εξίσου και στο σύστημα διανομής. Τρίτον, οι
μαρξιστές τοποθετούν την ανάδυση των τάσεων που περιγράφει ο Πολάνυι αρκετά
νωρίτερα, γύρω στον 16ο αιώνα (Ιμμ. Βάλερστην). Τέλος, ο αυστριακός συγγραφέας
δεν πιστεύει ότι η πάλη των τάξεων εξηγεί την κοινωνική μεταβολή. «Η τελική
αιτία (της κοινωνικής μεταβολής) ρυθμίζεται από εξωτερικές δυνάμεις... Η
"πρόκληση" απευθύνεται στην κοινωνία ως σύνολο. Η απάντηση δίνεται
διά μέσου ομάδων, συσπειρώσεων και τάξεων. Η τύχη των τάξεων καθορίζεται
συχνότερα από τις ανάγκες της κοινωνίας, και όχι το αντίστροφο». Γενικά ο
Πολάνυι δεν αναζητεί την κύρια αντίφαση του οικονομικού συστήματος αλλά, στην
ανάλυσή του, συνδυάζει εξωτερικές και εσωτερικές μεταβλητές (διεθνές εμπόριο,
νομισματικές διακυμάνσεις, διεθνής διπλωματία, οικονομική και κοινωνική
πολιτική των δυτικών κυβερνήσεων, νομοθετικές πρωτοβουλίες, κινητοποιήσεις των
κοινωνικών τάξεων).
Είναι θετική η συμβολή
του Πολάνυι στη μάχη κατά της ταύτισης του μαρξισμού με τον οικονομισμό και
στην απόρριψη της φιλελεύθερης αντίληψης για τη «φυσικότητα» της συμπεριφοράς
του homoeconomicus,
καθώς και στην ανάγκη της αναζήτησης πολλών, συνδυασμένων αιτίων στην κοινωνική
ανάλυση. Οι σελίδες του βιβλίου του για την περιβαλλοντική καταστροφή που
ενέχει η εξάπλωση του συστήματος της αγοράς (σελ. 175 κ.ε.) και οι παρατηρήσεις
του για την αναγκαιότητα της οικονομικής συνεργασίας των κυβερνήσεων (σελ.
240-241) είναι ακόμη επίκαιρες. Από την άλλη μεριά η σύνδεση που επιχειρεί
ανάμεσα στην άνοδο του φασισμού και στην κρίση του συστήματος της αγοράς κατά
την περίοδο του Μεσοπολέμου (σελ. 231-232) είναι παραδόξως μονοδιάστατη και
εσφαλμένη. Το ίδιο ισχύει και για την άποψή του ότι επίκειτο το τέλος της
οικονομίας της αγοράς. Επίσης το πολιτικό μήνυμα του Πολάνυι, αν και συνεπές με
την ανάλυσή του και ευπρόσδεκτο σε ό,τι αφορά την κριτική του κατά της
εμπορευματοποίησης των πάντων και την υποταγή όλων των σφαιρών του συλλογικού
βίου στην οικονομική σφαίρα, είναι αρκετά ασαφές. Όντας αντίθετος με τον
φιλελευθερισμό, με τον φασισμό και με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, στο τελευταίο
(21ο) κεφάλαιο του βιβλίου του σκιαγραφεί ελλειπτικά τη δυνατότητα της
«ελευθερίας σε μια σύνθετη κοινωνία», εμπνεόμενος από τον σοσιαλιστή του 19ου αιώνα
Ρ. Όουεν.
Η ελληνική έκδοση ενός
κλασικού βιβλίου των κοινωνικών επιστημών από έναν νέο εκδοτικό οίκο, με έδρα
νησί του Αιγαίου, είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Ο μεταφραστής, λέκτορας ιστορίας
στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, γράφει πολύ καλά και έχει
προφανή οικειότητα με το αντικείμενο (αν και ο όρος «autarky»
θα αποδιδόταν καλύτερα ως «αυτάρκεια» παρά ως «αυταρχία», σελ. 56, 58). Πλήθος
άλλων κλασικών έργων της πολιτικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας και της
ανθρωπολογίας παραμένουν αμετάφραστα στη γλώσσα μας. Ας ελπίσουμε ότι θα έχουν
την καλή τύχη του «Μεγάλου Μετασχηματισμού».
Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος
ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-08-2001
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η ανακάλυψη της κοινωνίας
ως κεντρικού προτάγματος της νεωτερικότητας επανέφερε με ένα δραματικό τρόπο το
πρόβλημα της ελευθερίας ως ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης και υπαγόρευσε μια
άμεση επανατοποθέτηση των όρων της ηθικής και συναισθηματικής υπόστασης του
νεωτερικού υποκειμένου. Για να συγκροτηθεί η κοινωνία όφειλε η κοινότητα να
υποχωρήσει, να συσταλεί ασφυκτικά και εν τέλει να καταργηθεί, συμπαρασύροντας
μαζί της ένα πανίσχυρο κοσμοείδωλο που επί αιώνες όριζε και καθόριζε τις
ανθρώπινες στάσεις και αξίες έναντι της πραγματικότητας αλλά και έναντι των
ρόλων της ατομικότητας στη διαμόρφωση του υπάρχοντος, κατά το μέτρο των ηθικών
και συναισθηματικών αξιώσεων πάνω στις οποίες η ατομικότητα εδραίωνε την ύπαρξή
της ως νοηματοφόρου ορίζοντα και αποκλειστικού σημασιοδότη του υπαρκτού.
Εκεί που η ελευθερία
αναδυόταν από την ηθική και συναισθηματική συγκρότηση του υποκειμένου, εκεί που
η υπαρκτική θέση του ατόμου καθόριζε και τα όρια της ελευθερίας του, μια
καινούργια «πραγματικότητα» προέκυψε μέσω της επιβολής -όχι πάντοτε ειρηνικής,
και πάντως όχι πάντοτε διά της πειθούς- του εργαλειακού λόγου ως θεμελιώδους
προτάγματος της κοινωνίας και μετέβαλε ριζικά τους όρους της ανθρώπινης
κατάστασης, κατά τρόπον ώστε η κοινωνία ως έκφραση της απροσχημάτιστης εξουσίας
και του ωμού καταναγκασμού να δεσπόζει και κατά συνέπεια να θέτει ολοένα και
περισσότερο ή και να ακυρώνει πλήρως την ιδέα της ελευθερίας.
Η δραματικότητα με την
οποία το πρόβλημα της ελευθερίας και της επαναδιατύπωσης των όρων της ετέθη από
τη σκοπιά της ατομικής ύπαρξης μέσα στη νεωτερική κοινωνία της «αγοράς» και της
πλήρους «αποδοχής της πραγματικότητας» ως συστατικού κανόνα ζωής, έδωσε το
έναυσμα για μια καινούργια έκρηξη της ουτοπικής σκέψης και των αξιώσεών της.
Μιας ουτοπικής σκέψης η οποία αναζήτησε την ιδέα της ελευθερίας στην εντελώς
αντίθετη κατεύθυνση προς την «αποδοχή της πραγματικότητας» και την «ελευθερία»
της αγοράς. Ο ουτοπικός προσανατολισμός αναπτύχθηκε κατά τρόπον ώστε να θέτει
ως πρόταγμά του τη ριζική ανατροπή του υπάρχοντος, την άρνηση και υπονόμευση
της «αποδοχής της πραγματικότητας» και του άξεστου ρεαλισμού των επιταγών της,
και κυρίως την αναζήτηση της ουσίας του ανθρώπινου υποκειμένου στον ωκεανό των
πιθανοτήτων της ύπαρξης και όχι σε μια πραγματικότητα που φράζει την
πραγματικότητα (Εμ. Λεβινάς), ή στο αίτημα μιας καινούργιας ουτοπικής
κοινότητας «εκλεκτικής συγγένειας» (Μάρτιν Μπούμπερ), ή, τέλος, σε μια
επιστροφή και ανέλιξη των ρομαντικών προταγμάτων του δέκατου ένατου αιώνα. Ο
Βάλτερ Μπένγιαμιν εξέφρασε την αγωνία μιας καινούργιας πρόσβλεψης προς την εγκαθίδρυση
εντός της περιοχής της νεωτερικότητας ενός ενεργητικού κοινοτικού οραματισμού
μέσω του οποίου η παράδοση δεν θα είναι παρά η επαναστατική προοπτική του
ανθρώπου και κατά συνέπεια η επαναστατική προοπτική της ανθρώπινης ελευθερίας.
Πρέπει, αποφαίνεται ο Μπένγιαμιν, να πραγματώσουμε μια φιλοσοφία η οποία θα
αποκαθιστά τη ρομαντική κοσμοαντίληψη ως δύναμη κριτικής της σύγχρονης
πολιτισμικής και κοινωνικής σφαίρας: μιας κριτικής εμποτισμένης με το πνεύμα
της ουτοπίας, η οποία θα επανενώνει την πράξη με τη θεωρία, την τέχνη με τη
φιλοσοφία, την ομορφιά με τη γνώση. Με αυτόν τον τρόπο, η «αποδοχή της
πραγματικότητας» θα ανατραπεί μέσα στην ηθική και συναισθηματική κατάσταση του
ανθρώπου και το αίτημα της ελευθερίας θα επαναδιατυπωθεί με ριζοσπαστικούς όρους.
Η προκλητική
προθετικότητα (Λεβινάς) του στοχασμού και αναστοχασμού περί του υπάρχοντος
ιστορικού και της αντικειμενικότητας του κοινωνικού είναι αναμφισβήτητα έργο
του ουτοπικού προσανατολισμού και το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η
πραγματικότητα δεν είναι το ερώτημα «τι είναι το υπάρχον», αλλά αντιθέτως «τι
πρέπει να είναι το υπάρχον», πώς δηλαδή θα όφειλε να ανταποκριθεί στις
προσδοκίες του ανθρώπου για ευτυχία και ελευθερία, για βίωση και ανάταση, για
πληρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Και φυσικά, ο ουτοπικός επαναστατικός
σοσιαλισμός, επεξεργασμένος και διατυπωμένος από εξέχουσες μορφές της
νεωτερικότητας, όπως εκείνη του Ρόμπερτ Οουεν, είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος
για τα καινούργια ουτοπικά οράματα του εικοστού αιώνα.
Ο Καρλ Πολάνυι στο
εξαιρετικά σημαντικό έργο του «Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός» θέτει ως κεντρικό
θεματικό άξονα της διερεύνησής του αυτό ακριβώς το θεμελιώδες πρόβλημα της
ιδέας της ελευθερίας μέσα στις συνθήκες της κοινωνίας της αγοράς και της
παραδοχής της πραγματικότητας ως επιτακτικού κανόνα ζωής. «Αποτελεί», ρωτά ο
Πολάνυι, «η ελευθερία λέξη κενή νοήματος, πειρασμό καταστρεπτικό για τον
άνθρωπο, ή μήπως μπορεί ο άνθρωπος να επιβεβαιώσει την ελευθερία του στη βάση
αυτής της γνώσης και να πασχίσει για την επίτευξή της στην κοινωνία, δίχως να
καταφεύγει σε ηθικές αυταπάτες;» Το θέμα, διατείνεται ορθά ο συγγραφέας, είναι
κατά πόσον λαμβάνοντας υπόψη και θεωρώντας δεδομένη την πραγματικότητα της
εξουσίας και του καταναγκασμού πάνω στην οποία στηρίζεται και την οποία προωθεί
η κοινωνία της αγοράς στις διάφορες μορφές της και εκφάνσεις, κινούμενη σε μια
διελκυστίνδα ανάμεσα στο φιλελευθερισμό και το φασισμό ή το σοσιαλισμό, μπορεί
να αναπτυχθεί η ιδέα της ελευθερίας. Η εξουσία και η οικονομική αξία, εξηγεί ο
συγγραφέας, αποτελούν «παράδειγμα της κοινωνικής πραγματικότητας. Δεν πηγάζουν
από την ανθρώπινη θέληση, ούτε και είναι δυνατόν να μη συνεργαστείς μ αυτές».
Οσο και αν εγείρονται κάποιες ενστάσεις ως προς την απόφανση αυτή στο σύνολό
της, παραμένει ωστόσο αληθές ότι το υπάρχον, ήτοι η κοινωνική πραγματικότητα,
δεν είναι νοητό «δίχως εξουσία και καταναγκασμό, ούτε μπορεί να νοηθεί κόσμος
δίχως την ύπαρξη και λειτουργία της ισχύος». Βέβαια, θα μπορούσε κανείς να
αντιτείνει ότι το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη της ισχύος, η οποία ούτως ή άλλως
είναι δεδομένη ιστορικά και κοινωνικά, αλλά η κριτική σχέση του ατόμου με την
εξουσία και την ισχύ, κατά τρόπον ώστε το άτομο να καθίσταται ενεργός φορέας
αυτοσυνείδησης των προσδοκιών αλλά και των ορίων της ελευθερίας. Οπως
υποδεικνύει ο Πολάνυι, μέσα στη φιλελεύθερη κοινωνία «η θεώρηση των ανθρώπων
περιοριζόταν από την αγορά, που χώριζε σε στεγανά τη ζωή στον τομέα του
παραγωγού, ο οποίος έληγε όταν το προϊόν του έφτανε στην αγορά, και στον τομέα
του καταναλωτή, για τον οποίο όλα τα αγαθά πήγαζαν από την αγορά».
Είναι μια από τις μεγάλες
αρετές του έργου του Πολάνυι το ότι η διερεύνηση του προβλήματος της ελευθερίας
μέσα σε μια σύνθετη κοινωνία τον οδηγεί στην ανάδειξη του ουτοπικού
προτάγματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τον ουτοπικό σοσιαλιστή Ρόμπερτ Οουεν.
Ο σοσιαλισμός του Οουεν «ήταν η προώθηση του ανθρώπινου αιτήματος για ελευθερία
στο πλαίσιο μιας σύνθετης κοινωνίας. Η μεταχριστιανική περίοδος του δυτικού
πολιτισμού είχε ξεκινήσει». Και ο Πολάνυι καταλήγει: «Ετσι, η ανακάλυψη της
κοινωνίας ισοδυναμεί είτε με το τέλος είτε με την αναγέννηση της ελευθερίας. Ο
φασίστας δέχεται την αποποίηση της ελευθερίας και εξυμνεί την εξουσία, που
αποτελεί την πραγματικότητα της κοινωνίας, ενώ ο σοσιαλιστής δέχεται αυτή την
πραγματικότητα και προωθεί το αίτημα της ελευθερίας σε πείσμα της. Ο άνθρωπος
ωριμάζει και καθίσταται ικανός να λειτουργήσει ως άνθρωπος σε μια σύνθετη
κοινωνία. Για να θυμηθούμε για άλλη μια φορά τα εμπνευσμένα λόγια του Ρόμπερτ
Οουεν: Αν ορισμένες αιτίες δεινών δεν εξαλείφονται από τις νέες δυνάμεις που
αποκτούμε, τότε θα γνωρίζουμε ότι αποτελούν αναγκαία και αναπόφευκτα δεινά και
θα σταματήσουμε τις παιδιάστικες, άκαρπες διαμαρτυρίες». Το πρόβλημα, θα
προσέθετα, δεν είναι η άρνηση της πραγματικότητας, αλλά η άρνηση εκείνης της
πραγματικότητας που διαστρέφει το πραγματικό, που θέτει φραγμούς στο να
αποκαλύψουμε την πραγματικότητα στη σύμπλοκη μορφή της, στις συγκρούσεις και
αντιφάσεις της, στον ονειροφόρο ορίζοντα που η ίδια η πραγματικότητα διανοίγει
για τον άνθρωπο όταν το αίτημα του ανθρώπου είναι η ιδέα της ελευθερίας, της
βίωσης και της πλήρωσης του νοήματος της ζωής. Οσο ο άνθρωπος, αποφαίνεται ο
Πολάνυι, «παραμένει συνεπής με την αποστολή του, που είναι η δημιουργία
μεγαλύτερης ελευθερίας για όλους, δεν πρέπει να φοβάται ότι ο σχεδιασμός ή η
εξουσία θα στραφούν εναντίον του και, με την εφαρμογή τους, θα καταστρέψουν την
ελευθερία που δημιουργεί. Αυτό είναι το νόημα της ελευθερίας σε μια σύνθετη
κοινωνία. Μας δίνει τη σιγουριά που όλοι χρειαζόμαστε».
Αν η αλληλεγγύη αφορά τη συνεκτική στάση των ατόμων, η
αξιοπρέπεια αφορά την αντιπαραθετική. Δεν πρόκειται απλά για την αστική ετικέτα
με την οποία χαρακτηρίζεται κάποιος ως «κύριος» ούτε για την προάσπιση της
τιμής, όπως τον επικαλείται η αριστοκρατία και ο λαϊκός κώδικας της
τιμής/ντροπής, ούτε για άλλες παρόμοιες συμπεριφορές των ασύμμετρων κοινωνιών.
Πρόκειται για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων, εκείνων τουλάχιστον που ψηφίστηκαν
το 1948 από τον ΟΗΕ και αγνοήθηκαν από την κοινωνία των «ανοικτών ευκαιριών»,
για να τα καταπατηθούν από την παγκοσμιοποίηση και την πολιτική της
αντιτρομοκρατίας.
Αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια είναι βασικοί
όροι για τη διαμόρφωση αντίστασης στην κρίση που προκαλεί η αποδόμηση του
παγκοσμιοποιημένου συστήματος. Τα ερωτήματα που πηγάζουν από μια τέτοια πρόταση
είναι πολλά. Ποια είναι η σημασία τους, γενικά, για την κοινωνική λειτουργία;
Τι ρόλο παίζουν στους κοινωνικούς μετασχηματισμούς; Ποια είναι, σήμερα, η
εξάρτησή τους από το σύστημα προς το οποίο εναντιώνονται;
Φτάσαμε στο
τέλος μιας σύντομης και παράδοξα σιωπηλής, για τα ελληνικά δεδομένα,
προεκλογικής περιόδου, υπό τη σκιά της πιο μεγάλης κρίσης που γνώρισε ο τόπος
εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο, αυτές τις μέρες της προεκλογικής «σιωπής»,
καταγράφτηκαν με εκκωφαντικό τρόπο κάποια σημαντικά μηνύματα των νέων καιρών,
μερικά από τα οποία έχουν, λίγο ως πολύ, σχολιαστεί ποικιλοτρόπως. Ο μεγάλος
αριθμός κομμάτων που δημιουργήθηκε σε μικρό διάστημα, πολλά από τα οποία
διεκδικούν με αξιώσεις την είσοδό τους στη Βουλή, δείχνει ότι τα δύο «παλαιά
κόμματα» εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), που κάλυπταν πάνω από το 75% του εκλογικού
σώματος, θεωρούνται ανίκανα πλέον να απαντήσουν στα προβλήματα που ανέδειξε η
σκληρή πραγματικότητα της κρίσης, της οποίας τα δύο αυτά κόμματα είναι εν
πολλοίς δημιουργοί. Από την άλλη μεριά, επισημοποιήθηκε η δημιουργία των δύο
αντίπαλων «στρατοπέδων»: του μνημονιακού και του αντιμνημονιακού, στο πλαίσιο
των οποίων κάθε «παλαιά» ή «νέα» πολιτική δύναμη προσπάθησε να επικοινωνήσει
–με δίαυλο κυρίως την οργή, την αγανάκτηση, το φόβο και την ανασφάλεια– με μια
κοινωνία της οποίας το αύριο μοιάζει σκοτεινό. Στην προεκλογική περίοδο λοιπόν
καταγράφτηκε πανηγυρικά αυτό που διαμορφώθηκε επί δύο χρόνια με βάση την κρίση,
η οποία έφερε το Μνημόνιο Ι και ΙΙ. Όμως, η κρίση δεν ανέδειξε απλώς τους όρους
συγκρότησης των δύο «στρατοπέδων» («μνημονιακού» και «αντιμνημονιακού») ούτε
άλλαξε μόνο την πολιτική γεωγραφία κέντρου-άκρων (όπως επεσήμανε στο ωραίο
άρθρο του ο Α. Λιάκος στα προηγούμενα «Ενθέματα» [29.4]). Η κρίση διαμόρφωσε
κυρίως τους όρους μετατόπισης της ιστορικής διαίρεσης ανάμεσα στον δεξιό και
τον αριστερό χώρο. Με την κρίση λοιπόν όχι μόνο δεν ακυρώθηκε η διαίρεση
Δεξιάς-Αριστεράς, αντιθέτως βάθυνε, και μάλιστα πολύ. Η τεράστια δημοσιονομική
αλλά και κοινωνική κρίση οριστικοποίησε τη μετατόπιση της διαιρετικής γραμμής
ανάμεσα στα δύο ιστορικά μέτωπα, μετατόπιση που είχε δρομολογηθεί αρκετά χρόνια
πριν. Το ΠΑΣΟΚ, που πάντα διεκδικούσε τη θέση του στον ευρύτερο προοδευτικό
χώρο, εμφανιζόμενο μάλιστα κατά περιόδους ως η μοναδική αποτελεσματική δύναμη
έκφρασης της Αριστεράς εναντίον της Δεξιάς, τέθηκε και έθεσε εαυτόν εκτός του
αριστερού χώρου, όπως άλλωστε δήλωσε ευθαρσώς ο κύριος Λοβέρδος –αυτό το
Έβερεστ της πολιτικής– πριν λίγους μήνες. Με αυτή τη βίαιη μετατόπιση, ένα
μεγάλο μέρος των κοινωνικών δυνάμεων που ανήκαν πριν στον «προοδευτικό χώρο»
της λαμογιάς, αλλά και του «εκσυγχρονισμού», όπως τον όριζε το ΠΑΣΟΚ, βρέθηκαν
μετέωρες, οργισμένες και πάνω από όλα φοβισμένες. Με τη μετατόπιση της
διαίρεσης Δεξιάς-Αριστεράς λοιπόν «ξαναέπεσαν τα χαρτιά στο τραπέζι», τόσο του
κοινωνικού όσο και του πολιτικού πεδίου.
Δεν
ανοίγουμε τις πόρτες των πολυκατοικιών γιατί φοβόμαστε τους υπαλλήλους της ΔΕΗ
που κόβουν το ρεύμα και τους δικαστικούς επιμελητές που φέρνουν εξώδικα από τις
τράπεζες για χρέη από πιστωτικές κάρτες και δόσεις ανεξόφλητων δανείων. Ακόμα
και ο ταχυδρόμος έγινε πρόσωπο ανεπιθύμητο από τα «μαντάτα» που φέρνει.
Λογαριασμούς με παραφουσκωμένες χρεώσεις της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, της ΕΥΔΑΠ, του Δήμου
και της τράπεζας και ραβασάκια της εφορίας για βεβαιωμένες οφειλές με
προειδοποιήσεις κατασχέσεων και έκτακτες εισφορές για κινητά και ακίνητα που
διαδέχονται η μία την άλλη.
Κάθε φάκελος που ρίχνεται κάτω από την πόρτα κουβαλάει μια απειλή, μια σφαίρα.
Κάθε χτύπημα κουδουνιού αντηχεί σαν σφυριά που διαταράσσει το νευρικό μας
σύστημα.
Περιγραφή: Ποιες
είναι οι ιδιαιτερότητες του ευρώ, ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, που
οδήγησαν στη σημερινή χρεοκοπία; Γιατί ήταν αναπόφευκτη η κρίση χρέους; Ποιο
μέλλον επιφυλάσσουν στους λαούς της Ευρώπης τα προγράμματα λιτότητας που
αποφασίστηκαν στις Συνόδους Κορυφής της ΕΕ; Γιατί είναι αναγκαία η έξοδος της
Ελλάδας από την Ευρωζώνη; Γιατί δεν αποτελεί λύση στην κρίση χρέους που
αντιμετωπίζει η ΕΕ η έκδοση ευρωομολόγου;
Επίσης, τι θα συμβεί με τους
μισθούς και τις συντάξεις την επομένη της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη;
Η υποτίμηση του νέου νομίσματος θα σημάνει αναπόφευκτα τη μείωση του εργατικού
εισοδήματος; Πώς θα καλυφθεί το πρωτογενές έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού
χωρίς ξένο δανεισμό;
Θα μπορέσει η Ελλάδα να ξαναβγεί στις αγορές αν
αρνηθεί να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος της;
Τα παραπάνω ερωτήματα είναι
ορισμένα μόνο απ όσα εξετάζει η τελευταία μελέτη του RMF. Στόχος της είναι να
προσφέρει μια επιστημονικά εμπεριστατωμένη λύση απέναντι στα πρωτοφανή αδιέξοδα
στα οποία έχει οδηγηθεί η ελληνική κοινωνία. Η διέξοδος που προτείνεται
εκφράζει και υπηρετεί τα συμφέροντα της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, η οποία
έχει δει το βιοτικό της επίπεδο να καταρρακώνεται. Η πολιτική των περικοπών και
της ευρω- λιτότητας δεν αποτελεί μονόδρομο.
Το κείμενο θα κυκλοφορήσει στις εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς στη Φρανκφούρτη
και στις ευρωπαϊκές πορείες διαμαρτυρίας ενάντια στα μέτρα λιτότητας 17-19
Μαΐου (BlockupyFrankfurt).
John Holloway
Της
Απόγνωσης και της Ελπίδας
Στους
απόκληρους του κόσμου, σε όλους εμάς που δεν συμβιβαζόμαστε με την πτώχευση της
ανθρωπότητας:
Τώρα,
περισσότερο από ποτέ, ο κόσμος βλέπει προς δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα.
Η μια πλευρά
κοιτάζει προς έναν σκοτεινό, καταθλιπτικό κόσμο. Έναν κόσμο με κλειστές πόρτες.
Την καταστροφή της ζωής, της δυνατότητας, της ελπίδας. Είναι οι εποχή της
λιτότητας. Πρέπει να μάθεις να ζεις με την πραγματικότητα. Πρέπει να υπακούς,
εάν θες να επιβιώσεις, να εγκαταλείψεις τα όνειρά σου. Μην ελπίζεις να ζήσεις
κάνοντας ό,τι σου αρέσει. Θα είσαι τυχερός αν τελικά βρεις μια δουλειά. Ίσως
μπορείς να σπουδάσεις αλλά μόνο αν οι γονείς σου έχουν χρήματα. Αλλά ακόμα κι
έτσι μη νομίζεις πως θα σπουδάσεις κάτι κριτικό. Η κριτική έχει τραπεί σε φυγή
από τα πανεπιστήμια και καλύτερα. Ποιο είναι το νόημα της κριτικής όταν όλοι
ξέρουμε ότι ο κόσμος ακολουθεί τη μοίρα του; Δεν υπάρχει εναλλακτική, μόνο η
πραγματικότητα του νόμου του χρήματος, οπότε ξέχασε τα όνειρά σου. Υπάκουσε,
δούλεψε σκληρά σε οποιαδήποτε κωλοδουλειά μπορείς να βρεις ή αλλιώς ζήσε μια
ζωή που θα ψάχνεις στα σκουπίδια, επειδή δεν θα υπάρχει κράτος πρόνοιας για να
σε προστατεύσει. Κοίτα, κοίτα την Ελλάδα και παραδειγματίσου! Αυτή είναι η
εξαθλίωση που σε περιμένει, αυτό θα σου συμβεί αν δεν υποκύψεις, αυτή είναι η τιμωρία
που επιβάλλει αυτό το σχολείο στα άτακτα παιδιά, σε αυτά που ελπίζουν πάρα
πολύ, σε αυτά που θέλουν πάρα πολλά.
Αναμφίβολα οι εκλογές της Κυριακής στην Ελλάδα
είναι οισημαντικότερες μετά από εκείνες του 1974, αφού θα αναδείξουν το νέο
πολιτικό σκηνικό που θα αντικαταστήσει μετά από σχεδόν σαράντα
(!) ολόκληρα χρόνια την αδιατάρακτη παντοδυναμία των δύο κομμάτων -
πυλώνων του μεταπολιτευτικού συστήματος, του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.
Είναι η πρώτη φορά επίσης που ελληνικές βουλευτικές εκλογές έχουν πανευρωπαϊκή
σημασία, πράγμα εντελώς ασυνήθιστο για μια τόσο μικρή χώρα όπως η δική μας.