Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

ΠΟΥ ΒΑΔΙΖΑΜΕ ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΠΟΥ ΠΑΜΕ ΤΩΡΑ;



                                          


                            ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ

Η εκλογική διαδικασία, ως μηχανισμός ενσωμάτωσης των κυριαρχούμενων τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων στην ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος, λειτούργησε άψογα σε όλο το διάστημα από τις αρχές της χρονιάς μέχρι και τη διεξαγωγή της.

Κατ’ αρχάς πέτυχε, με την υπόκλιση σ’ αυτή όλων των αντιπολιτευόμενων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολιτικών δυνάμεων, να απορροφήσει σχεδόν εξ ολοκλήρου τα όποια υπολείμματα κοινωνικής δυναμικής και να συμπυκνώσει ενδεχόμενες κοινωνικές προσδοκίες ανατροπής του στο αποτέλεσμά της, εντείνοντας την καθήλωση της κοινωνίας που είχε ήδη προηγηθεί.

Η τάση που προώθησε η «μείζων υπαρκτή αριστερή αντιπολίτευση» για αποσπασματικούς αγώνες άμυνας απέναντι στις ολομέτωπες επιθέσεις του καθεστώτος στα κοινωνικά δικαιώματα, συνοδεύτηκε από τη διαρκή μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ σε ολοένα και πιο συστημικές τοποθετήσεις, σε μια υποτιθέμενη διεύρυνση του εκλογικού ακροατηρίου του, ώστε να προσεγγίσει ένα φαντασιακό κεντρώο πολιτικό χώρο, μακράν των συντελούμενων κοινωνικών διεργασιών καταστροφής που επιβάλει η ακολουθούμενη οικονομική και κοινωνική πολιτική.

Έχει ήδη συντελεστεί η πλήρης διάλυση των κοινωνικών δομών, έχει σχεδόν ολοκληρωθεί το θεσμικό πλαίσιο για τη λεηλασία των υπολειμμάτων του δημόσιου πλούτου και της αρπαγής των περιουσιακών στοιχείων των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων, η φοροεπιδρομή παράλληλα με τις εισοδηματικές περικοπές εντείνονται με αμείωτους ρυθμούς και η ανεργία φουντώνει με τη αποφασιστική συνδρομή της δραστικής κρατικής παρέμβασης των απολύσεων στο δημόσιο τομέα, συνοδευόμενη από ένα διαρκώς εντεινόμενο αυταρχισμό του καθεστώτος που αποποιείται  πλέον οποιαδήποτε ψήγματα ακόμη και της κολοβής αστικής δημοκρατίας.      

Οι αλλεπάλληλες νίκες του καθεστώτος και η παραίτηση των κύριων δυνάμεων της υπαρκτής αριστεράς από οποιαδήποτε διάθεση γνήσιας ανατροπής με την ανάπτυξη ενός λαϊκού κινήματος που θα προέβαλλε επιθετικά το αίτημα αυτό με τη σύγκλιση και την πολιτικοποίηση των αγώνων, έχουν οδηγήσει την κοινωνία στην εμπέδωση των τετελεσμένων, τις χαμηλές προσδοκίες, την ηττοπάθεια και εν τέλει την αποδοχή των νέων συνθηκών μιας οριακής επιβίωσης. Στο τοπίο αυτό συνέβαλαν και οι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, οι ηγεμονισμοί και μηχανισμοί της οποίας προέκριναν τον κατακερματισμό με την αδυναμία συγκρότησης ενός άλλου πόλου μετωπικής συγκρότησης που να πείθει την κοινωνία για τη δυνατότητα μιας ριζικά εναλλακτικής και ταυτόχρονα ρεαλιστικής διεξόδου.   

Όλα αυτά επιβεβαιώθηκαν εν πολλοίς στα αποτελέσματα των εκλογών και κυρίως αυτών για το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε μεν να βγει πρώτος, κάτι που βέβαια δεν είναι αμελητέο, αλλά η χλωμή αυτή «νίκη» δεν αποτελεί διέξοδο. Σε αριθμητική βάση έχασε 140.000 ψήφους σε σχέση με το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του Ιουνίου 2012. Σημαντική μερίδα της κοινωνίας εξακολούθησε να τον στηρίζει μπροστά στα αδιέξοδα και την απόγνωση που προκαλεί η βάρβαρη μνημονιακή πολιτική, απομακρύνοντας τους φόβους και υπερβαίνοντας την κινδυνολογία που δέχτηκε από πάρα πολλές πλευρές, με αποτέλεσμα για πρώτη φορά μετά το 1944 μια αριστερή πολιτική δύναμη να φτάσει στην κορυφή της πολιτικής σκηνής.

Ούτε όμως το μέγεθος του ποσοστού του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η διαφορά του με τη ΝΔ, σηματοδοτούν την ύπαρξη ενός δυνατού αντικυβερνητικού αντιμνημονιακού η αντισυστημικού ρεύματος. Κι αυτό δεν αποτελεί τόσο νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, όσο μερική ήττα της ΝΔ, γιατί δεν κατόρθωσε ή δεν θέλησε να αξιοποιήσει μέσα σε δύο ολόκληρα χρόνια, που η κυβέρνηση πήρε οδυνηρά αντικοινωνικά μέτρα και η κατάσταση της χώρας επιδεινώθηκε, το ρεύμα που κατέγραψε στις εκλογές του 2012. Δεν κατάφερε να πείσει το λαό ότι μπορεί να αλλάξει την κατάσταση κι αυτό δεν είναι κάτι συμπτωματικό. Είναι αποτέλεσμα της μετριοπαθούς του στάσης, της εγκατάλειψης των θέσεων που τον εκτίναξαν πριν από δύο χρόνια, καθώς και της απεμπόλησης της ανάγκης συγκρότησης και προετοιμασίας του κόσμου προς την κατεύθυνση ενός πραγματικά ριζοσπαστικού δρόμου, σε ρήξη με τις στρατηγικές επιλογές του διεθνούς κεφαλαίου και της εγχώριας ολιγαρχίας. Οι επιφυλάξεις τόσο των ψηφοφόρων του, όσο και εκείνων που δεν τον επέλεξαν ή απομακρύνθηκαν, είναι σημαντικές, ως αποτέλεσμα της στάσης αυτής. Η εκλογική στήριξη που παρέχεται έτσι σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει την αποδοχή της στάσης του.

Το ΠΑΣΟΚ δυστυχώς αποδείχθηκε πως έχει ριζώσει βαθιά στην ελληνική κοινωνία. Κινδυνολόγησε, άλλαξε όνομα, αξιοποίησε την υπερ-προβολή του από τα ΜΜΕ και κατάφερε να σκαρφαλώσει στην 4η θέση κόντρα στις προβλέψεις. Αν αθροίσουμε σε αυτό και το νεογέννητο μιντιακό μόρφωμα Ποτάμι, που αποτελεί συμπληρωματική του δύναμη, μάλλον φαίνεται ότι η λεγόμενη «κεντροαριστερά» διατήρησε πλήρως τις δυνάμεις της με εσωτερικές κομματικές ανακατατάξεις, συνυπολογίζοντας και την καταβαράθρωση της ΔΗ.ΜΑΡ. Αποδείχθηκε έτσι η αποφασιστική δύναμη των διαμορφωτών γνώμης Μ.Μ.Ε. να επηρεάζουν τη καθηλωμένη στους δέκτες της νέα «κοινωνία πολιτών».

Η Χρυσή Αυγή κατόρθωσε να εδραιωθεί στην ελληνική κοινωνία, εκλαμβανόμενη από μια μερίδα της βαθιά πληγωμένης από τη μνημονιακή πολιτική κοινωνίας ως μια αντισυστημική πολιτική δύναμη, πείθοντας κυρίως χαμηλά εισοδηματικά στρώματα και μάλιστα σε εργατικές περιοχές. Η γιγάντωση και σταθεροποίησή της δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα της εφαρμοζόμενης πολιτικής, αλλά και της αδυναμίας της υπαρκτής αριστεράς σε όλες τις εκφάνσεις της να κατανοήσει το φαινόμενο, γεγονός που είναι συνυφασμένο με τις συνολικές αδυναμίες που περιγράψαμε – δηλαδή τη διατύπωση ξεκάθαρης, πειστικής, ριζικά εναλλακτικής πρότασης διεξόδου και την αδυναμία συμπόρευσης. 

Η δεξιά αποδείχθηκε ότι δεν εξαντλείται στη Ν.Δ. και τη Χ.Α. Επανεμφανίστηκε δυναμικά το ΛΑ.Ο.Σ., υιοθετόντας εσχάτως τη ρητορική του «ευρωσκεπτικισμού», ενώ ο Τζήμερος με τον Σκυλακάκη κατάφεραν να αποδείξουν ότι υπάρχει ακροατήριο για ένα «ακραιφνέστερο» νεοφιλελευθερισμό. Παράλληλα στις «αυτοδιοικητικές» εκλογές παρουσιάστηκαν και φαινόμενα άμεσης εκπροσώπησης της οικονομικής εξουσίας (βλ. π.χ. φαινόμενα Μόραλη-Μαρινάκη, Μπέου), ενώ στη Θράκη εγκυμονούνται αποσχιστικά φαινόμενα με την ανάδειξη του μειονοτικού Κόμματος Ισότητας Ειρήνης και Φιλίας (ΚΙΕΦ) σε πρώτο κόμμα και με διαφορά στις εκλογικές περιφέρειες της Ξάνθης και της Ροδόπης.

Το ΚΚΕ φάνηκε να ανακάμπτει μετά την παταγώδη αποτυχία του 2012, με την επιστροφή μερίδας των ψηφοφόρων του. Αυτό οφείλεται αφ' ενός στις αδυναμίες της υπόλοιπης – «μετριοπαθούς» και «αντικαπιταλιστικής» - αριστεράς, κι αφ' ετέρου στην προβολή και στον οργανωτικό μηχανισμό που έχει σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας.

Τα αποτελέσματα για την εξωκοινοβουλευτική αριστερά αποδείχθηκαν απόλυτα απογοητευτικά, διαψεύδοντας τις προσδοκίες των πιο αδιάλλακτων τμημάτων της. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΣΧΕΔΙΟ Β τιμωρήθηκαν από τον κόσμο γιατί δεν κατόρθωσαν παρά τις πολύμηνες διαβουλεύσεις (σε κλειστά γραφεία) να συμπήξουν ένα μέτωπο ενόψει και των εκλογών, πληρώνοντας παράλληλα και το διπολισμό που καλλιεργήθηκε υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, καταλήγοντας κάτω από τα ποσοστά των Κυνηγών, του Καζάκη-Ε.ΠΑ.Μ, του Χατζημαρκάκη, του Τζήμερου – Σκυλακάκη ή του σχήματος της όψιμα «αντιμνημονικής» λαϊκότροπης δεξιάς των Ψωμιάδη - Πολύδωρα - Νικολόπουλου. Είναι το αποτέλεσμα της μη επαφής της με την κοινωνία και τα ζωτικά προβλήματα των ανθρώπων, της αλαζονείας, του ελιτισμού και του μικρο-ηγεμονισμού, καθώς και της έλλειψης ειλικρινούς διαλόγου και της έμφασης στο αντί-, που διακρίνει πολλά από τα τμήματά της. Στην πραγματικότητα οι αδυναμίες όλων των πτερύγων της υπαρκτής αριστεράς αλληλοτροφοδοτούνται, με αποτέλεσμα την αδυναμία ηγεμόνευσής της και τη διαμόρφωση ορίων επιρροής, οδηγώντας εν τέλει αξιόλογη μερίδα της κοινωνίας στη στήριξη, άλλων σχημάτων και ιδίως της Χρυσής Αυγής.   

Εν τέλει η «μέθοδος ΣΥΡΙΖΑ» για ανατροπή δια της κάλπης απέτυχε. Η 25η Μαϊου πέρασε κι εκτός απροόπτων δεν θα φύγει κανένας την επομένη. Η μετριοπάθεια απέτυχε να τον αναδείξει σε ηγεμονική δύναμη οδηγώντας τον στη στασιμότητα. Η συνέχιση αυτής της πολιτικής θα οδηγήσει στην απίσχνασή του εφεξής, αν αρκεσθεί στο ρόλο της μείζονος αντιπολίτευσης, περιοριζόμενος στο άνευρο αίτημα εκλογών το συντομότερο δυνατόν, με διαρκή χρονική και πολιτική μετατόπιση των προσδοκιών των κοινωνικών δυνάμεων που τον στήριξαν εκλογικά, ιδιαίτερα με την αναμενόμενη σκλήρυνση και εμβάθυνση της επίθεσης του καθεστώτος ενάντια στα κοινωνικά δικαιώματα.  

Αντίθετα είναι άμεση ανάγκη, όλες εκείνες οι δυνάμεις που έχουν διακηρυκτικά υιοθετήσει ένα πλαίσιο προταγμάτων μιας ριζικής απεμπλοκής από τη ζοφερή σημερινή κατάσταση και ρήξης με όλους τους διεθνείς μηχανισμούς που θεσμικά την υποστηλώνουν, να προχωρήσουν άμεσα σε ένα ανοιχτό, εξαντλητικό και ευρύ διάλογο για τη συγκρότηση του αναγκαίου παρά ποτέ κοινωνικού – πολιτικού μετώπου, που θα προωθήσει το εναλλακτικό σχέδιο με στόχο την κοινωνική, παραγωγική και οικονομική ανασυγκρότηση με εθνική αυτοδυναμία σε ένα νέο πλαίσιο ισότιμων και πολύπλευρων διεθνών σχέσεων, πείθοντας τις λαϊκές δυνάμεις ότι υπάρχει ρεαλιστική διέξοδος, ώστε ανακτώντας τη χαμένη τους αυτοπεποίθηση, να τη διεκδικήσουν αγωνιστικά, ανατρέποντας το σημερινό καθεστώς.

                                                               26 Μαίου 2014

                                                       ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ

                               ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ & ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου