Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Διεθνισμός, νομισματική κυριαρχία, κοινωνικός μετασχηματισμός. Πραγματικά ή πλασματικά διακυβεύματα;



Του ΓΙΑΝΝΗ ΔΟΥΛΦΗ
Επανέρχονται εσχάτως διάφορα κείμενα από το χώρο της αριστεράς1, τα οποία μέσα από μια «αντικαπιταλιστική» και μαρξίζουσα ορθοπρακτική φρασεολογία, αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία του τρομοκρατικού διλήμματος ευρώ ή χάος. Χρησιμοποιώντας μια αποδομητική και όχι ουσιαστική επιχειρηματολογία με έωλα υλικά, επιχειρούν να απαντήσουν με λαθραίο τρόπο στα ουσιαστικά επιχειρήματα για την έξοδο από το ευρώ, ως αναγκαίο στοιχείο σε μια πορεία απεμπλοκής της χώρας και του λαού από τα σημερινή οδυνηρή και αδιέξοδη κατάσταση, τα οποία έχουν διατυπωθεί από πολλούς κοινωνικούς επιστήμονες και αγωνιστές της αριστεράς που εντάσσονται σε διάφορους σχηματισμούς της. Προηγείται στην περίπτωση αυτή το αξίωμα ή η «πεποίθηση» και εφευρίσκονται στη συνέχεια τα επιχειρήματα που θα την στηρίξουν.   
Η μικρή συμβολή μου με το παρόν κείμενο έρχεται να προστεθεί σε άλλες αξιόλογες που έχουν επιχειρήσει με πειστικό τρόπο να απαντήσουν σ’ αυτή την επιχειρηματολογία2, η οποία χωρίς να εδράζεται σε ζητήματα που προκύπτουν από την πραγματικότητα, δημιουργεί σύγχυση στους κόλπους της αριστεράς και στη διαμόρφωση της πολιτικής που απαιτούν οι καιροί.
Αφενός μεν για την αποσαφήνισή της και την πειστικότητά της απέναντι στις λαϊκές τάξεις ώστε να κατακτηθεί η απαραίτητη ηγεμονία στην κοινωνία που θα επιτρέψει την υλοποίηση του λαϊκού αιτήματος για ανατροπή του σημερινού καθεστώτος και κυβέρνηση της αριστεράς, αφετέρου δε για την εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού προγράμματος που θα δίνει διέξοδο από τη σημερινή απόλυτα καταστροφική για την κοινωνία και την οικονομία «μνημονιακή κατεύθυνση» 
Ακόμη και οικονομολόγοι απ’ όλο τον κόσμο και από όλο το πολιτικό φάσμα ακόμη και άκρως συντηρητικοί, ακαδημαϊκοί ή μετέχοντες και σε «ιδιωτικούς θεσμούς» του συστήματος, με άλλη προοπτική και κατεύθυνση ο καθένας, διαπιστώνουν ότι η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ θα επιδεινώνει συνεχώς και το πρόβλημα χρέους, αλλά και την ελληνική οικονομία συνολικά, σε όλες τις εκφάνσεις της (παραγωγή, δημοσιονομικά, εμπορικό και ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κ.ο.κ.)
Θα προσπαθήσω να επικεντρώσω σε δύο θεμελιώδη ζητήματα στα οποία εδράζονται οι αντιλήψεις αυτές των υπέρμαχων της πάση θυσία παραμονής της χώρας στο ευρώ και στον περιορισμό του ορίζοντα της αριστεράς στην άσκηση πολιτικής με βάση αυτό τον περιορισμό.
Οι αντιλήψεις αυτές έρχονται αντικειμενικά να ενισχύσουν την κυρίαρχη προπαγάνδα που έχει εξαπολυθεί από την υποτελή στο διεθνές μεγάλο κεφάλαιο άρχουσα τάξη που έχει ενεργοποιήσει σε όλη την τελευταία τριετία όλα τα φοβικά σύνδρομα του κόσμου, προκειμένου να επιβάλει τη λογική του μονόδρομου των καταστροφικών μνημονιακών μέτρων.
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από τα φόβητρα που επιστρατεύει το πολιτικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο; Ότι οι καταθέτες θα χάσουν την αξία των καταθέσεών τους, οι δανειολήπτες θα βρεθούν μπροστά σε εξωφρενική διόγκωση των χρεών τους, οι μισθωτοί μπροστά σε εκμηδενισμό των απολαβών τους, όλος ο πληθυσμός θα βρεθεί αντιμέτωπος με το ψύχος και την πείνα λόγω αδυναμίας εισαγωγών βασικών πρώτων υλών, πετρελαίου, καυσίμων, τροφίμων και γενικά ειδών πρώτης ανάγκης. Διατυμπανίζουν ότι θα γίνει αρπαγή του πλούτου της χώρας από τους ισχυρούς που κατέχουν ή έχουν συσσωρεύσει ευρώ στο εξωτερικό. Απειλείται ακόμη και η έναρξη εμφυλίου πολέμου με τυχόν έξοδο από το ευρώ. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα από αυτά τα έχουμε ήδη βιώσει εντός ευρώ και έπονται ολοένα και χειρότερα.
Νόμισμα και νομισματική κυριαρχία
Το πρώτο σημείο εκκίνησης της επιχειρηματολογίας, στην οποία αναφερόμαστε, είναι το αξίωμα της ουδετερότητας του νομίσματος. Οι απόψεις αυτές υποστηρίζουν ότι το ζήτημα δεν είναι το νόμισμα αλλά η ριζική μετατροπή του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ της εργασίας και σε βάρος του κεφαλαίου. Η ανάλυση αυτή υποτίθεται ότι εδράζεται σε μια γνήσια μαρξιστική θέση ότι η βασική αντίθεση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι αυτή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.
Πέραν του γεγονότος ότι ο γνήσιος επαναστατικός μαρξισμός θα πρέπει να έχει ως αφετηρία τη «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», ρητή λενινιστική αρχή ανάλυσης, παραγνωρίζουν τόσο τη διάκριση, που πολλές από τις ίδιες θεωρητικά αποδέχονται, μεταξύ τρόπου παραγωγής και κοινωνικού σχηματισμού, όσο και την έννοια του επικαθορισμού3 μεταξύ κύριας και δευτερευουσών αντιφάσεων του συστήματος.  
Η αντίληψη της ουδετερότητας του νομίσματος προέρχεται από αστικές οικονομικές αντιλήψεις (βλ. ποσοτική θεωρία του χρήματος) και δεν έχει ουδεμία σχέση με τις μαρξιστικές αντιλήψεις. Το νόμισμα στην πραγματικότητα εκφράζει και συμπυκνώνει σχέσεις κυριαρχίας, είτε σε εθνικό είτε σε διεθνικό επίπεδο.4 Ας επικεντρωθούμε, λόγω αντικειμένου, στο επίμαχο, διεθνές επίπεδο. Το γεγονός ότι το δολάριο κατέκτησε μεταπολεμικά τη θέση του διεθνούς νομίσματος ήταν αποτέλεσμα της ισχύος της οικονομίας και της πολεμικής μηχανής των ΗΠΑ παγκοσμίως, της ηγεμονικής ιμπεριαλιστικής της θέσης διεθνώς.
Ως απάντηση στην ηγεμονία του αμερικανικού κεφαλαίου και μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης στη δεκαετία του 1970 και τη νεοφιλελεύθερη επίθεση του συστήματος για το ξεπέρασμά της με τη συνακόλουθη ανάδυση άλλων ιμπεριαλιστικών πόλων, οι ηγεμονικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο αστικές τάξεις των ισχυροτέρων χωρών έθεσαν σε εφαρμογή το εγχείρημα της δημιουργίας της Ε.Ε. ως μετεξέλιξη σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση της προγενέστερης Ε.Ο.Κ. Στη συνέχεια αποφάσισαν τη δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος με αναγκαστική κυκλοφορία σε μέρος της «νέας επικράτειας» για να εκτοπίσει το δολάριο από τη μέχρι τότε παγκόσμια κυριαρχία του και να δημιουργήσει ένα νέο ελεγχόμενο από το ευρωπαϊκό κέντρο αποθεματικό νόμισμα.
Το ευρώ αποτέλεσε στην πραγματικότητα εκ γενετής ένα «οιονεί διεθνές» νόμισμα περιορισμένης κυκλοφορίας, ενιαίο μεν ως προς την αναγκαστική  κυκλοφορία του σε όσες χώρες συμμετέχουν, ελεγχόμενο δε από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο του ευρωπαϊκού κέντρου. Η κυκλοφορία του καθορίζεται με κριτήρια ισχύος και κερδοσκοπίας, και προσφέρεται στην επικράτειά του με δανειακό τρόπο, αποτελώντας ένα μηχανισμό μεταφοράς κεφαλαίων από τις ασθενέστερες στις ισχυρότερες οικονομίες που περιλαμβάνονται στη ζώνη του, με ένα διττό τρόπο.
Πρώτο με την παραγωγική αποδιάρθρωση των λιγότερο ανταγωνιστικών οικονομικά χωρών, που οδηγεί σε μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιό τους και την εμπορική επικράτηση των ισχυρότερων, και δεύτερο με τον εντεινόμενο συνεχή δανεισμό των πρώτων από τις δεύτερες και μάλιστα με συνεχώς επαχθέστερους όρους για τη χρηματοδότηση των διογκούμενων κρατικών ελλειμμάτων και του χρέους, που έχει ως αποτέλεσμα εν πολλοίς και η διευρυνόμενη ανισομέρεια. Γι’ αυτό και το νόμισμα αυτό έχει τόσα διαφορετικά βασικά επιτόκια όσα και τα μέρη που την απαρτίζουν, πράγμα που δεν μπορεί να είναι νοητό για ένα κυρίαρχο σε μια πραγματικά ενοποιημένη οικονομική επικράτεια νόμισμα.
Τα διαφορετικά αυτά επιτόκια καθορίζονται από διάφορους παράγοντες εκπορευόμενους από το γεγονός ότι η ΕΕ και η Ευρωζώνη, αποτελούνται από χώρες που έχουν τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ τους, οι οποίες με βάση την αρχιτεκτονική του νομίσματος, διευρύνονται αντί να ελαττώνονται, αφού αυτό δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ενός  κοινού νομίσματος ή μιας νομισματικής πολιτικής.
Οι παράγοντες αυτοί είναι το επίπεδο ανάπτυξης, δηλαδή η άνιση ανάπτυξη μεταξύ των διαφόρων αυτών χωρών, η παραγωγικότητα της εργασίας και η ανταγωνιστικότητα της παραγωγικής μηχανής και του συνόλου της οικονομίας σε κάθε χώρα, οι δημοσιονομικές αποκλίσεις, η έλλειψη βιομηχανικής πολιτικής και προσπάθειας πραγματικής σύγκλισης των επιπέδων ανάπτυξης, η απορρύθμιση και η ανεξέλεγκτη τροχιά των αγορών χρήματος, κεφαλαίου, εμπορευμάτων, ανθρώπινου δυναμικού.
Ελλείψει εξισορροπητικών μηχανισμών στο βασικό επιτόκιο του ισχυρότερου «εταίρου» προστίθεται ένα «ασφάλιστρο κινδύνου» (spread) που σχετίζεται με την πιστοληπτική ικανότητα και τον κίνδυνο χρεοκοπίας, δηλαδή το ύψος του συσσωρευμένου χρέους σε σχέση με τη δυνατότητα αποπληρωμής του από τις παραγωγικές δυνατότητες τα χώρας, ήτοι το ετήσιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και τα απαιτούμενη με βάση αυτό διάρκεια για την εξόφλησή του.
Το ευρώ ως ενιαίο αλλά μη κοινό νόμισμα στερεί το εκδοτικό προνόμιο  και τη νομισματική κυριαρχία και επομένως τη δυνατότητα σχεδιασμού κατάλληλης νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής, από κάθε χώρα – μέλος, χωρίς να προσφέρει σε κάθε μια τη δυνατότητα της επέκτασης πρωτογενούς νομισματικής κυκλοφορίας, ούτε με βάση τις επιμέρους δημοσιονομικές ανάγκες της, ούτε με βάση την οικονομική συγκυρία, αλλά υποχρεωτικά με δανεισμό και με επιτόκια τόσο υψηλότερα όσο μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις και όσο αυτές μεγεθύνονται, με αποτέλεσμα τη διόγκωση του χρέους της και την ασφυξία του προϋπολογισμού και της πραγματικής οικονομίας Η πολιτική αυτή, και η διεθνής ισοτιμία που συνεπάγεται, σχεδιάζεται σε επίπεδο ευρωζώνης από τον υπερεθνικό ανέξελεγκτο οργανισμό της Ε.Κ.Τ. βάσει των ιδιαίτερων αναγκών και συμφερόντων της γερμανικής κυρίως μεγαλοαστικής τάξης, του χρηματιστικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των στενών συμμάχων τους σε μια μικρή ομάδα ανεπτυγμένων καπιταλιστικά βορειοευρωπαϊκών χωρών της Ε.Ε., σε ένα είδος αναβίωσης της μεσευρώπης.        
Παρά δε το γεγονός ότι αρχικά σχεδιάστηκε με βάση τις ανάγκες του γαλλογερμανικού άξονα, μετά από μια δεκαετία λειτουργίας της νομισματικής ένωσης, ο δεύτερος πόλος έχει αδυνατήσει σημαντικά, τόσο λόγω και της ίδιας της λειτουργίας του νομίσματος, που είναι σχεδιασμένο εξ αρχής έτσι, ώστε να επιτείνει την ανισότητα στα επίπεδα ανάπτυξης των επιμέρους οικονομιών, και να αποδιαρθρώνει τις παραγωγικές και οικονομικές δομές των πιο αδύναμων οικονομιών, όσο και λόγω των κοινωνικών και οικονομικών ιδιαιτεροτήτων, ακόμη και μεταξύ των ισχυρών και ανεπτυγμένων βιομηχανικά και μεγάλων πληθυσμιακά χωρών της Ε.Ε. (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία).
Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, τόσο η ταξική διάρθρωση και η ταξική πάλη, όσο και ο διεθνής καταμερισμός εργασίας μεταξύ των διαφόρων χωρών που συμμετέχουν στην ευρωζώνη οδήγησε σε αποκλίσεις υπέρ των ισχυροτέρων εθνικών οικονομιών, αστικών τάξεων και μερίδων τους και σε μια ιεραρχία επιπέδων όπου την πρωτοκαθεδρία και ηγεμονία κατέκτησε η Γερμανία.
Το ευρώ, λοιπόν, έτσι όπως σχεδιάστηκε και λειτούργησε μέχρι σήμερα, έχει αποτελέσει ένα μηχανισμό κυριαρχίας και μεταφοράς πόρων από τις πιο αδύναμες οικονομικά και παραγωγικά χώρες στους ισχυρότερους πόλους, από το «νότο» προς το «βορρά», από τη μεσόγειο προς τη κεντρική και βόρεια Ευρώπη με αποτέλεσμα το αρχικό χάσμα μεταξύ τους να διευρύνεται αντί της σύγκλισης σύμφωνα με την κυρίαρχη ρητορική και την επικράτηση της Γερμανίας σε μια ηγεμονική θέση.
Η λειτουργία, αντίθετα, ενός πραγματικά εθνικού ή «κοινού» νομίσματος πρέπει να στηρίζεται σε μια παραγωγική και οικονομική επικράτεια με ενιαίους τόσο δημοσιονομικούς, όσο και νομισματικούς κανόνες (ενιαία χωρίς περιφερειακές διακρίσεις κυκλοφορία της απαιτούμενης ποσότητας χρήματος τόσο στην έκδοση όσο και στο δανεισμό) στο εσωτερικό της και ενοποιημένη ολότητα ως προς τις εξωτερικές της σχέσεις - ισοζύγιο πληρωμών, κοινό εξωτερικό «δημόσιο» χρέος.       
Το συνολικό οικοδόμημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και όπως ξεκίνησε αλλά και όπως μετεξελίχθηκε είναι προβληματικό5, ιδιαίτερα όμως με τη νομισματική του «ολοκλήρωση» στη συγκεκριμένη ομάδα χωρών της ευρωζώνης και με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε όξυνε τις αντιφάσεις του καπιταλισμού και οδήγησε σε ένα πανίσχυρο κέντρο με δορυφοροποίηση τόσο των πιο αδύναμων κρίκων, όσο και των εκτός ευρώ χωρών, δημιουργώντας μια ευρωπεριφέρεια.
Σε όλα τα παραπάνω προβλήματα και αντιφάσεις που συσσωρεύονταν σε όλη τη χρονική περίοδο λειτουργίας του ευρώ και οδηγούσαν στις αποκλίσεις που αναφέρθηκαν ήλθε να προστεθεί η κρίση που ξέσπασε το 2008 ως χρηματοπιστωτική, αρχικά στις ΗΠΑ και στη συνέχεια μεταδόθηκε αστραπιαία, ως αποτέλεσμα της τιτλοποίησης και τεράστιας διόγκωσης των χρηματοπιστωτικών μέσων με διεθνή αλληλοσύνδεση, όπου οδήγησε η λεγόμενη απορρύθμιση, και στην Ευρώπη, για να αγκαλιάσει το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε δημοσιονομική ως αποτέλεσμα των πολιτικών που ακολουθήθηκαν για τη διάσωση των τραπεζών6, μετά σε κρίση χρέους των πιο αδύναμων χωρών και κατ’ επέκταση σε νομισματική λόγω της συμμετοχής αυτών στο ευρώ, αλλά και στις ασύμμετρες πολιτικές μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Όλα αυτά οδήγησαν στη γενικευμένη κρίση του συστήματος, που επέστρεψε με μεγαλύτερη οξύτητα και λιγότερες δυνατότητες διεξόδων με βάση το σημερινό συσχετισμό δυνάμεων, με αποτέλεσμα να φαίνεται αξεπέραστη.                       
Η παγκόσμια αυτή κρίση έχει και σημαντικές γεωπολιτικές διαστάσεις. Διεξάγεται σε παγκόσμιο επίπεδο ένας αδυσώπητος οικονομικός πόλεμος μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των κυρίαρχων τάξεων εντός κάθε εθνικού κράτους και τα πρώτα θύματα αποτελούν οι πιο αδύναμες χώρες και οι πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες στην προσπάθεια και την πάλη για τη διατήρηση και επέκταση ισχύος μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων, αλλά και τον έλεγχο των αντιδράσεων των λαών και των εργαζόμενων τάξεων απέναντι στις επιθέσεις που δέχονται.
Με την κρίση χρέους που ξέσπασε και επεκτάθηκε αστραπιαία το 2008 και στην Ευρωπαϊκή Ένωση πλήττωντας με διαφορετικό τρόπο κάθε μια επιμέρους χώρα και οικονομία, εγκαινιάστηκαν περιοριστικές πολιτικές ακραίας μονεταριστικής έμπνευσης, με την υπαγωγή κατά σειρά σε διάφορες χώρες βίαιων παρεμβάσεων (βλέπε μνημόνια) με στόχο την ανακατανομή των χρεών, την ουσιαστική τους διόγκωση, τη μετατροπή τους σε διακρατικά χρέη και την δικαιοπρακτική και εμπράγματη διασφάλισή τους σε ένα φαύλο κύκλο επίρριψης των επιπτώσεων της κρίσης στις πιο αδύναμες οικονομίες και στις πιο αδύναμες κοινωνικές τάξεις.
Ήδη στα πλαίσια της Ε.Ε. έχουν θεσμοθετηθεί η δημοσιονομική επιτήρηση και η ασφυκτική δημοσιονομική πολιτική που θα επεκτείνουν λίαν συντόμως σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο τις πολιτικές που εγκαινιάστηκαν με τα μνημόνια σε επιμέρους κράτη.
Κεφαλαιοκρατικός κοσμοπολιτισμός ή εργατικός διεθνισμός; 
Το δεύτερο σημείο των επίμαχων αντιλήψεων εδράζεται σε ένα ψευδεπίγραφο διεθνισμό, που προσομοιάζει περισσότερο στον κεφαλαιοκρατικό κοσμοπολιτισμό παρά στον εργατικό διεθνισμό. 
Αντιλαμβάνονται την παραμονή στο ευρώ και τους μηχανισμούς της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, ως ένα νέο διεθνισμό της εργατικής τάξης και συμπλέει εν τέλει με τις κυρίαρχες δυνάμεις του καθεστώτος, εμποδίζοντας τη διαμόρφωση ριζοσπαστικών και ολοκληρωμένων προταγμάτων που να απεγκλωβίζουν τα λαϊκά στρώματα, προσφέροντάς τους μια άλλη πνοή ενότητας και αποτελεσματικού αγώνα.
Οι δυνάμεις της αριστεράς στο βαθμό που οδηγούνται από τέτοιες αντιλήψεις περιορίζονται, με τον ένα ή άλλο τρόπο, στη διεκδίκηση αποσπασματικών αιτημάτων που δεν έχουν καμία αποτελεσματικότητα, δεν μπορούν να συσπειρώσουν μεγάλες λαϊκές μάζες, εξαιρώντας επί το πλείστον μεγάλα τμήματα των πληττομένων από τις βάρβαρες πολιτικές στρωμάτων και δημιουργούν επιπλέον απογοήτευση και αποδυνάμωση των αγώνων.       
Παρά το γεγονός ότι, όπως και η ίδια η αριστερά θα δεχόταν με βάση τη μαρξική ανάλυση, η βαθύτερη ερμηνεία για τη στάση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων απέναντι στους ταξικούς αγώνες και τα διακυβεύματά τους εδράζεται σε υλικούς μάλλον παρά σε θεωρητικούς ή ιδεολογικούς παράγοντες, οι οποίοι είναι αποτέλεσμα των πρώτων, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε τις θεωρητικές και ιδεολογικές αφετηρίες με βάση τις οποίες διαμορφώνεται η στάση αυτή.     
Η πρώτη θεωρητική αφετηρία είναι ότι με τη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το πεδίο της ταξικής πάλης, έχει μεταφερθεί από τα εθνικά κράτη στην «Ευρώπη». Εδώ υφέρπουν δύο βαθιά εσφαλμένες αναγνώσεις του εργατικού διεθνισμού. Η πρώτη είναι ότι η ταξική πάλη ουδέποτε διεξάγεται με ευθύγραμμο τρόπο σε ένα αφηρημένο διεθνικό επίπεδο, αγνοώντας το εθνικό πεδίο. Η αλληλεγγύη μεταξύ της εργατικής τάξης διαφορετικών χωρών σε παγκόσμιο επίπεδο δεν οικοδομείται με αυτοματισμούς.  Το δεύτερο ολίσθημα είναι ότι αποδέχεται το «νόμισμα» ευρώ ή τους ολοκληρωτικούς θεσμούς της ευρωζώνης ως ενοποιητικό κρίκο της «ευρωπαϊκής» εργατικής τάξης για να διαμορφώσει αυτή έτσι κοινούς στόχους, απέναντι σε μια ενιαία ευρωπαϊκή αστική τάξη. Γιατί ο διεθνισμός περιχαρακώνεται στα πλαίσια μιας περιοχής και δεν ανοίγεται σε άλλους ορίζοντες7;
Πρόκειται για φανταστικές κατασκευές. Κατ’ αρχάς τα εθνικά κράτη συνεχίζουν να υπάρχουν με τους θεσμούς τους, τα σύνορά τους, τις ιδιαιτερότητές τους, τα διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, αποτελώντας  το πρωταρχικό πεδίο διεξαγωγής της ταξικής πάλης. Η ταξική διάρθρωση στο εσωτερικό της κάθε χώρας, δεν έχει υπερβεί τα εθνικά σύνορα ώστε να συγκροτείται μια ενιαία υπόσταση κάθε επιμέρους τάξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν υπάρχει δηλαδή «ευρωπαϊκή αστική τάξη» ούτε «ευρωπαϊκή εργατική τάξη». Εδώ είναι δύσκολο να ενοποιηθούν τα διάφορα τμήματα της εργατικής τάξης μόνο στη χώρα μας, θα ενοποιηθεί αυτόματα σε ευρωπαϊκή κλίμακα;
Ας θέσουμε μια σειρά ερωτήματα που εγείρονται απέναντι σ’ αυτές τις αντιλήψεις.
Γύρω από ποιους στόχους μπορεί να ενοποιηθεί σήμερα, για παράδειγμα, η εργατική τάξη της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Ελλάδας, της Γερμανίας; Την πάλη για διατήρηση των βίαια ανατρεπομένων συνθηκών ζωής των Ελλήνων εργαζομένων; Ενδιαφέρθηκε και πώς η ελληνική εργατική τάξη ή η ελληνική αριστερά για την καταβαράθρωση του επιπέδου ζωής των χωρών της ανατολικής Ευρώπης; Μήπως είναι ο άμεσος στόχος του σοσιαλισμού που μπορεί να ενοποιήσει τη γερμανική εργατική τάξη με τις υπόλοιπες τάξεις των άλλων χωρών της Ευρώπης, της ΕΕ ή της ευρωζώνης; Και γιατί άραγε δεν τίθεται από αυτήν; Και ποιος σοσιαλισμός, ο ανύπαρκτος «σοβιετικού τύπου» που κατέρρευσε;
Είναι ευκολότερη άραγε η συμμαχία μεταξύ εργατικών τάξεων των ευρωπαϊκών χωρών ή μεταξύ των διαφόρων πληττομένων, από το ληστρικό διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τάξεων και στρωμάτων υπό αναδιάταξη, στη χώρα μας; Ή μήπως θα πρέπει να αναμένουμε πότε θα κινητοποιηθεί αποφασιστικά η γερμανική εργατική τάξη, για να εξασφαλισθεί η πολυπόθητη ενοποίηση των αγώνων πανευρωπαϊκά για την ανατροπή των σημερινών συνθηκών; Και τι μπορεί να είναι αυτοί οι αγώνες, συνδικαλιστικοί ή πολιτικοί; Υπάρχει όμως σήμερα κάποια Διεθνής ή Ευρωπαϊκή πολιτική ένωση των εργατών; Και τι έχουν κάνει μέχρι σήμερα άραγε οι υποστηρικτές των απόψεων αυτών για την ενοποίηση αυτή και τον συντονισμό των αγώνων σε ενιαία κατεύθυνση;
Αλλά ακόμη και στην απίθανη περίπτωση της ταυτόχρονης επικράτησης των δυνάμεων της «αριστεράς» σε όλη την επικράτεια που ορίζει η Ε.Ε., το ολοκληρωτικό αυτό οικοδόμημα με τους μηχανισμούς του δεν είναι δυνατόν να μεταρρυθμιστεί, παρά μόνον να ανατραπεί. Επομένως τι νόημα έχει η περιχαράκωση στα πλαίσιά του; Μήπως αντίθετα ο σωστός διεθνισμός πρέπει να ξεκινά από την κατεύθυνση της ρήξης σε ένα κρίκο – τον πιο αδύναμο - που θα δώσει το έναυσμα της συνολικής ανατροπής; Άλλωστε στο πολύ πιθανό πλέον ενδεχόμενο διάλυσης της ευρωζώνης μέσα από τις εκρηκτικές της αντιφάσεις τι έχει να απαντήσει η αριστερά, αν εγκλωβίζεται σε σχήματα που δεν επιτρέπουν ένα ουσιαστικό διάλογο;     
Αξίζει να σημειωθεί λοιπόν εδώ ότι σε συνθήκες βαθειάς ύφεσης, όπου μας οδηγεί ενσυνείδητα η πολιτική που εφαρμόζει το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο με τη συμμαχία της ελληνικής ολιγαρχίας και της κυβέρνησης που έχουν εγκαταστήσει, η ταξική διάρθρωση της κοινωνίας δεν είναι αυτή που διαμορφώνει η διευρυμένη ή έστω και η απλή αναπαραγωγή.
Η ταξική κινητικότητα η οποία κατευθύνεται πλέον μονόπλευρα σε καθοδική φορά – τη μαζική προλεταριοποίηση των μεσαίων και χαμηλότερων μικροαστικών μαζών, όλων των κατηγοριών – δημιουργεί ένα εκρηκτικό διογκούμενο πόλο, που δεν μπορεί να ερμηνευθεί από την υποτιθέμενη «κλασική μαρξική κατηγορία»8 της εργατικής τάξης, τα δικαιώματα της οποίας υποτίθεται ότι υποστηρίζει  η αριστερά.
Επομένως οι απόψεις αυτές δεν εντοπίζουν σωστά το υποκείμενο στο οποίο απευθύνονται και το οποίο έχει κάθε συμφέρον να ανατρέψει την παρούσα κατάσταση, αυτοπεριοριζόμενες στη διατύπωση αιτημάτων ενός φανταστικού υποκειμένου που δεν αγκαλιάζουν το εν δυνάμει πραγματικό κοινωνικό υποκείμενο του αγώνα.
Αν θα θέλαμε να ανιχνεύσουμε τις ταξικές και κοινωνικές προϋποποθέσεις της στάσης που εκφράζουν οι απόψεις αυτές στους κόλπους της αριστεράς, θα λέγαμε ότι μάλλον συμπαρασύρονται από την αυτονόμηση του συνόλου του πολιτικού προσωπικού της χώρας από τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού σε όλη τη ρευστή κοινωνική του διαστρωμάτωση και τη μονόπλευρη τοποθέτησή του στην εξαρτημένη ολιγαρχία, η οποία επέλεξε την υποτελή συμπλοκή της με το αρπακτικό διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο για τη μεταβολή της χώρας σε αποικία νέου τύπου.   
Το εφεύρημα της «εθνικής αναδίπλωσης» που αποδίδουν ως απόληξη της στήριξης μιας αριστερής πολιτικής που θα θέτει ζήτημα εξόδου από το ευρώ έχει ως αφετηρία τον κεφαλαιοκρατικό κοσμοπολιτισμό και όχι τον εργατικό διεθνισμό.
Άραγε στο ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης της αριστεράς στη χώρα μας, τι θα πρέπει να γίνει για την εφαρμογή των διακηρύξεων για κατάργηση των μνημονιακών δεσμεύσεων, την ακύρωση των διεθνών δανειακών συμβάσεων και τη διαγραφή του μεγαλύτερου τουλάχιστον μέρους του κρατικού χρέους, στο βέβαιο ενδεχόμενο αποκλεισμού από τη μέγγενη των «ευρωπαϊκών» δανειακών κεφαλαίων; Αναδίπλωση και αναμονή της επικράτησης της αριστεράς σε όλη την ευρωζώνη ή την Ε.Ε.;
Αυτό συνεπάγεται τη συνέχιση της σημερινής εφαρμοζόμενης πολιτικής από μια «αριστερή κυβέρνηση» που θα αυτοακυρωθεί και θα αυτοκαταστραφεί συμπαρασσύροντας μαζί της όλη την κοινωνία που θα της στρέψει πολιτικά τα νώτα και θα οδηγηθεί στην τέλεια απόγνωση και στην ενδόρρηξη με ενδεχόμενο την περαιτέρω διόγκωση του φασισμού και του νεοναζισμού.
Υπήρξε άραγε κάποιο μάθημα από την κυπριακή εμπειρία και την αναποτελεσματικότητα ενός «όχι εντός της ευρωζώνης», χωρίς λαϊκή προετοιμασία και στήριξη και χωρίς εναλλακτικές διεξόδους;
Αντίθετα διεθνισμός στις παρούσες συνθήκες είναι η ρήξη του αδύναμου κρίκου του συστήματος στη χώρα μας που θα αποτελέσει ενδεχομένως τη θρυαλλίδα για αλυσιδωτές επιπτώσεις και σε άλλες χώρες πρωτίστως του «ευρωπαϊκού νότου» και τη διάλυση του σημερινού ευρωπαϊκού ολοκληρωτικού οικοδομήματος, ώστε να ανοίξει τότε ο δρόμος για μια άλλη Ευρώπη μακριά από τους σημερινούς μηχανισμούς κυριαρχίας.
Όσον αφορά το επιχείρημα των ανταγωνιστικών υποτιμήσεων στις πιο αδύναμες χώρες και την επικράτηση των αντίστροφων τελικά αποτελεσμάτων, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η διαδικασία αυτή συντελείται ήδη με τη λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση», η οποία ειρήσθω εν παρόδω, δεν έχει οδηγήσει ως προς τη χώρα μας σε σημαντική βελτίωση ούτε των εξαγωγικών της επιδόσεων, ούτε της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Η πρόσφατη σημαντική βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου οφείλεται κυρίως στη δραστική μείωση των εισαγωγών, λόγω της τεράστιας ύφεσης. Και ερωτάται: δεν πλήττει αυτό τις άλλες χώρες και τις εξαγωγές τους στη χώρα μας; Θα πρέπει αυτό να αποτελέσει κριτήριο για τους όποιους ενδοιασμούς της αριστεράς στην οικοδόμηση διεθνών – είτε σε λαϊκό, είτε σε κρατικό επίπεδο - συμμαχιών;
Άλλωστε η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να συγκρίνεται με εκείνη χωρών που έχουν σημαντική εισαγωγική διείσδυση στο εμπορικό της ισοζύγιο, και κυρίως εκτός ευρώ. Εκτός αν θεωρεί κανείς, ενδεχομένως ορθά, ότι η πρώτη έξοδος θα προκαλέσει και άλλες με συνέπεια τη διάλυση της σημερινής ευρωζώνης, γεγονός που υποβόσκει ήδη στον ορίζοντα. Αυτό δεν είναι αρνητικό γεγονός και μπορεί να αποτελέσει την ενεργοποίηση διαδικασιών άλλων διαστάσεων με θετική προοπτική. 
Σε κάθε περίπτωση μια ολοκληρωμένη πολυδιάστατη πολιτική με διμερείς σχέσεις άλλου τύπου μπορεί μα αποτελέσει εφαλτήριο για ενδυνάμωση των επιμέρους διεθνών μας σχέσεων σε όλα τα επίπεδα.                  
Σημειώνουμε τέλος ότι η άδηλη θεωρητική αφετηρία των επιχειρημάτων είναι η αμφισβήτηση της ύπαρξης του ιμπεριαλισμού, τόσο στη θεωρητική λενινιστική διατύπωση, όσο και στις σύγχρονες συνθήκες κυριαρχίας των πολυεθνικών εταιριών και του χρηματιστικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου σε ένα διεθνή καταμερισμό εργασίας που επιβλήθηκε με τη νεοφιλελεύθερη επίθεση, μέσα από νέο-τροτσκιστικού τύπου θεωρητικές κατασκευές της διεθνούς αλληλεξάρτησης9.
Συμπεράσματα
Απέναντι στην κινδυνολογία της εξόδου από το ευρώ και της υιοθέτησης εθνικού νομίσματος θα πρέπει, λοιπόν, να εντοπίσουμε δύο ζητήματα.
1. Την επίπτωση στην ελληνική οικονομία από την υιοθέτηση του ευρώ ως «εθνικού»  νομίσματος.
Η υιοθέτηση του ευρώ οδήγησε πρώτον με την διεθνή ανατίμησή του10 και δεύτερον με τον υψηλότερο σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης πληθωρισμό – που δεν οφείλεται βέβαια στην αύξηση των πραγματικών μισθών11 – στην απώλεια ανταγωνιστικότητας και στην αυτοτροφοδοτούμενη αποδιάρθωση της παραγωγής. Η φαινομενικά παρόμοια σε σύγκριση με περισσότερο ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, μετατόπιση της ελληνικής οικονομίας από τον βιομηχανικό παραγωγικό τομέα σε αυτό των υπηρεσιών δεν είχε τον ίδιο χαρακτήρα, όπως υποστηρίζουν χωρίς να υπεισέρχονται σε περαιτέρω ανάλυση οι κρινόμενες απόψεις.
Συνέβαλε αποφασιστικά στη διόγκωση του κρατικού χρέους της Ελλάδας και τη μετατροπή του από εσωτερικό κυρίως σε εξωτερικό και για νομισματικούς – πέραν άλλων - λόγους. Αυτές οι δύο πτυχές ήταν που οδήγησαν στην επιδείνωση της «κρίσης χρέους» στη χώρα μας τόσο σε απόλυτα όσο και σε σχετικά μεγέθη.  Στον αντίποδα, για παράδειγμα, βλέπουμε την περίπτωση της Ιαπωνίας, που με αστρονομικά επίπεδα κρατικού χρέους – κοντά στο 240% του Α.Ε.Π12. – δεν αντιμετωπίζει καμία «κρίση χρέους», αφού το 90% αυτού αποτελεί εσωτερικό δανεισμό.  
Το ευρώ αποτέλεσε για τη χώρα μας μια από τις γενεσιουργές – όχι βεβαίως τη μόνη – αιτίες της κρίσης του «δημόσιου» χρέους, η κρίση όμως του 2008 ήλθε να επιταχύνει και να παροξύνει τις προϋπάρχουσες αντιφάσεις του συστήματος λόγω συμμετοχής στο ευρώ, αλλά και του μοντέλου που κυριάρχησε μεταπολεμικά και μεταπολιτευτικά μετά το 1974 με την κρατική υπερχρέωση να διογκώνεται από τους μηχανισμούς ξένης εξάρτησης, τοκογλυφικής εκμετάλλευσης, παροχών και φοροαπαλλαγών στο κεφάλαιο κλπ.
2. Το δεύτερο ζήτημα σε συνάφεια με το προηγούμενο είναι το ζήτημα της δυνατότητας εναλλακτικής, σε σχέση με τα ακραίας έμπνευσης νεοφιλελεύθερα μνημόνια, οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, σε αναπτυξιακή κατεύθυνση, η οποία θα περιλαμβάνει ως αναγκαία μέτρα τη διαγραφή του μεγαλύτερου τουλάχιστον μέρος του κρατικού χρέους, την εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποτελέσει το βασικό εργαλείο χρηματοδότησης της αναγκαίας παραγωγικής αναδιάθρωσης της χώρας, παράλληλα με την εθνικοποίηση κατά προτεραιότητα των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων που έχουν ήδη περάσει ή επίκειται το πέρασμά τους σε ιδιωτικά χέρια και την αναγκαία στήριξη και ενίσχυση των λαϊκών εισοδημάτων και μια άλλη προοδευτική φορολογική πολιτική για την αναδιανομή το εισοδήματος υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων.      
Ως προς το φόβητρο των δραματικών επιπτώσεων μιας υποτίμησης του νέου εθνικού νομίσματος – δραχμή – που θα υποκαταστήσει το ευρώ, έχει δειχθεί με επάρκεια13 ότι αυτή θα είναι κατά πολύ μικρότερη από το ποσοστό της υποτίμησης – περίπου το ένα πέμπτο αυτής (με υποθετικό σενάριο υποτίμησης 50%, στη χειρότερη περίπτωση ο πληθωρισμός, δηλ. η επίπτωση στα λαϊκά εισοδήματα, υπολογίζεται χονδρικά σε 9,3%).
Οι επιπτώσεις αυτές της σχετικά περιορισμένης, ως προς αυτές που έχουν ήδη επέλθει, μείωσης των εισοδημάτων, σύμφωνα με την εν λόγω μελέτη, πρόκειται να είναι βραχυπρόθεσμης διάρκειας και να απαλύνονται στη συνέχεια ως αποτέλεσμα της αναπτυξιακής πορείας της οικονομίας, της ανάκτησης της απωλεσθείσας ανταγωνιστικότητας – η άνοδός της υπολογίζεται σε 37% - και των δυνατοτήτων, με αναμενόμενη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου κατά τουλάχιστον 90% και αύξηση του ΑΕΠ κατά 7% σε αντίθεση με την πρόσφατη συντελεσθείσα μείωση κατά 20% και πλέον την τελευταία τριετία της υφεσιακής πολιτικής.
Σε μια οικονομία, όπως η ελληνική σήμερα, που βρίσκεται σε βαθειά ύφεση, τέτοια που σε πολεμικές μόνο περιόδους έχει ιστορικά παρατηρηθεί, οι πληθωριστικές επιπτώσεις τόσο της υποτίμησης όσο και της αύξησης της νομισματικής κυκλοφορίας με την ανάκτηση του εκδοτικού προνομίου, δεν αναμένονται να είναι αξιόλογες.      
Η προοπτική της εθνικής νομισματικής πολιτικής ως στοιχείο της εναλλακτικής πολιτικής μιας κυβέρνησης της Αριστεράς
Αν η έξοδος από το ευρώ και η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος γίνει μετά από τη μη αναγνώριση και την άρνηση της πληρωμής του χρέους που θα επιβληθεί από έναν άλλο συσχετισμό κοινωνικών δυνάμεων με πρωταγωνιστή τον ελληνικό λαό, μπορεί να αποτελέσει την έναρξη άσκησης εθνικής νομισματικής πολιτικής για την παραγωγική αναδιάρθρωση και την οικονομική ανόρθωση της χώρας, τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, παράλληλα με την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, ανοίγεται ένας άλλος ελπιδοφόρος δρόμος για τον ελληνικό λαό και τη χώρα μας.
Το νέο εθνικό νόμισμα ως μια πτυχή της πολιτικής της κυβέρνησης της αριστεράς θα πρέπει να προστατευθεί, άρα δεν θα πρέπει να είναι διεθνώς ελεύθερα διαπραγματεύσιμο στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου και επομένως να συνοδευθεί από σειρά μέτρων, όπως ο περιορισμός στην κίνηση κεφαλαίων, στις εισαγωγές ειδών πολυτελείας με κατάλληλη φορολογική πολιτική κλπ., τον έλεγχο των τιμών και της αγοράς και ποσοτικούς περιορισμούς στην κατανάλωση των εν ανεπαρκεία αγαθών πρώτης ανάγκης.
Τα υφιστάμενα συναλλαγματικά αποθέματα – τα οποία βέβαια συνεχώς εξαντλούνται, όσο συνεχίζεται η παρούσα πολιτική – θα πρέπει να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά για την εξασφάλιση των εισαγωγών ειδών πρώτης ανάγκης, όπως τρόφιμα, ενεργειακά αγαθά, φάρμακα, παράλληλα με τη σύναψη διμερών διακρατικών εμπορικών συναλλαγών με ανταλλαγή προϊόντων και την εξαγωγική αξιοποίηση των κοιτασμάτων μεταλλευμάτων (χαλκός, χρυσός, νικέλιο) με αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους.
Ίσως τέτοια προσωρινά αμυντικά μέτρα να ξενίζουν ή να φοβίζουν κάποιους διανοούμενους ακόμα και στο χώρο της αριστεράς, αλλά και μεγάλα τμήματα λαϊκών στρωμάτων, αν δεν είναι προετοιμασμένα, δεν κατανοούν σε βάθος τους εναλλακτικούς δρόμους και δεν έχουν συνειδητοποιήσει το σημερινό όλεθρο στον οποίο οδηγούμαστε. Πάντως δεν πρόκειται να μετατρέψουν τη χώρα σε Αλβανία του Χότζα ούτε Βόρεια Κορέα. Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα, όπως η Νορβηγία ή η Ισλανδία που ακολούθησε άλλο δρόμο μέσα σε ανάλογες συνθήκες κρίσης. 
Με την επαναφορά του εκδοτικού προνομίου στα πλαίσια της ανάκτησης της νομισματικής κυριαρχίας θα καταστεί δυνατή η χρηματοδότηση του δημοσιονομικών ελλειμμάτων που θα συμβάλλουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση, την αποκατάσταση των εισοδηματικών απωλειών, την ενίσχυση των κοινωνικών δομών πρόνοιας.
Ως εκ τούτου το ζήτημα της πιθανής και, ευκταίας θα πρόσθετα, εξόδου από την ευρωζώνη δεν είναι αυτόνομο και απομονωμένο, αλλά εντάσσεται σε ένα συνολικό πλαίσιο πολιτικής14, η κατεύθυνση της οποίας εξαρτάται από το ποια κυβέρνηση θα την ασκήσει και από τον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων και τη λαϊκή στήριξη, επομένως είναι ζήτημα εξόχως πολιτικό και με αυτή την έννοια δεν μπορεί να περιορίζεται σε συνθήματα του τύπου «καμιά θυσία για το ευρώ».   
Τα πραγματικά προβλήματα που θα πρέπει να θέσουν στην ημερήσια διάταξη οι ριζοσπαστικές δυνάμεις της αριστεράς που δεν εγκλωβίζονται σε ιδεοληψίες, αρχίζουν από το σημείο αυτό και μετά. Πώς μπορεί π.χ. να γίνει η απεμπλοκή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από τα δεσμά της ΕΚΤ, η εθνικοποίησή του, μια νέου τύπου ανακεφαλαιοποίηση που θα απαιτηθεί, νέοι κανόνες λειτουργίας και κεφαλαιακής επάρκειας που προσκρούουν ενδεχομένως σε αυτούς της Βασιλείας; Τι γίνεται με τα αποθέματα χρυσού που βρίσκονται στο εξωτερικό της χώρας και υπό την κυριαρχία της ΕΚΤ, καθώς και με άλλα δικαιώματα συναφή με τη συναλλαγματική θέση της;
Σε ποιους διεθνείς δικαιακούς κανόνες θα στηριχθεί η αξίωση διαγραφής του χρέους; Πώς θα αναιρεθούν οι κανόνες του αγγλικού δικαίου και η δικαιοδοσία διεθνών δικαστηρίων για το διακρατικό χρέος της χώρας; Με ποιες διαδικασίες θα προχωρήσει η παραγωγική ανασυγκρότηση, πώς θα ασκηθεί «βιομηχανική» κλαδική πολιτική, ξεπερνώντας τους περιορισμούς της Ε.Ε.; Πώς θα αναμορφωθεί και με ποιες διαδικασίες και μέσα η αγροτική οικονομία και πώς θα επιτευχθεί επάρκεια σε είδη όπου υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις; Πώς και μέσα από ποια πολιτική θα αντιμετωπισθεί το πρωτεύον ζήτημα της ανεργίας;  Κ.ο.κ.
Το κρισιμότερο, όμως, και κατεπείγον ζήτημα όλων, αν υποθέσουμε ότι στα παραπάνω μπορούν να βοηθήσουν οι «ειδικοί», είναι πώς θα ενεργοποιηθούν άμεσα οι λαϊκές τάξεις στην κατεύθυνση της ανατροπής, μέσα από ποιες δομές δημοκρατικής συμμετοχής, γύρω από ποιο εναλλακτικό, συνεκτικό και σαφές πρόγραμμα διακυβέρνησης, το οποίο και θα στηρίξουν αποφασιστικά απέναντι σε όλες τις λυσσαλέες αντιδράσεις που αναμένονται εγχωρίως και διεθνώς, και πώς θα συμβάλλουν σ’ αυτό οι κατακερματισμένες μέχρι σήμερα δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς γύρω από τα πραγματικά διακυβεύματα.        

Γιάννης Δουλφής
  

1. Κώστα Καλλωνιάτη «Σχετικά με το σχέδιο Β» 7/4/2013, Αντώνη Βασιλείου Η πολιτική διαφωνία με το «Αριστερό Ρεύμα» στο RedΝoteΒook 12/12/2012.  
2. Βλ. Στάθη Κουβελάκη «Εθνικό νόμισμα και λαϊκό εισόδημα» ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/4/2013, Σπύρου Κόγκα «Σχέδιο Β: Ώριμο τέκνο της ανάγκης. Με αφορμή άρθρο του Κ. Καλλωνιάτη» 10/4/2013 στο antapocrisis, Γιώργος Π. Τριανταφυλλόπουλος «Κριτική και πολιτική στην αριστερά» 27/3/2013 στο eparistera.
3. βλ. Λουί Αλτουσέρ «Αντίφαση και επικαθορισμός» στο βιβλίο του ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΞ εκδόσεις Γράμματα 1978.
4. βλ. Δ. Μπελαντή «Το ευρώ ως ταξικό όριο» 15/12/2012 στην Iskra.
5. βλ. Γιάννη Τόλιου «Η βιωσιμότητα της ευρωζώνης και η προοπτική της Ελλάδας» 28/8/2012.
6. Μια σύντομη συνοπτική αναδρομή για το πώς εκδηλώθηκε, πως εξελίχθηκε και γενικεύθηκε η παρούσα «κρίση». Με την εκδίπλωση μιας μαζικής αδυναμίας αποπληρωμής των στεγαστικών δανείων χαμηλής εξασφάλισης (subprimes) στις Η.Π.Α. και της μεγάλης πτώσης της αξίας των ακινήτων, λόγω πλειστηριασμών και υπερπροσφοράς, που έφερε κατάρρευση της κτηματαγοράς, ξέσπασε ως χρηματοπιστωτική κρίση, αφού επέφερε μεγάλες απώλειες στην αξία των χαρτοφυλακίων στεγαστικών δανείων των τραπεζών. η οποία μεταδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα στον ευρωπαϊκό χώρο.  Ήταν αποτέλεσμα της έντονης διεθνοποίησης και υπερδιόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, ως συνακόλουθο της νεοφιλελεύθερης επίθεσης που καθιέρωσε την πλήρη απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων και την απορρύθμιση (deregulation) των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών διεθνώς. Βασικός μοχλός της μετάδοσης ήταν η τιτλοποίηση (securitization) των δανείων, μια από τις μεθόδους υπερεπέκτασης των τραπεζικών δραστηριοτήτων. Αποτέλεσε μια πλευρά, της διαδικασίας χρηματιστικοποίησης, που παράλληλα με την ανάπτυξη της μικροηλεκτρονικής και των τηλεπικοινωνιών, δημιούργησε ένα τεράστιο όγκο πλασματικού χρηματικού κεφαλαίου, που κινείται ανεξέλεγκτα παγκοσμίως. Ο όγκος των κεφαλαίων που διακινούντο με διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα και τρόπους μέχρι και πρόσφατα ήταν υπερδεκαπλάσιος από το παγκόσμιο Α.Ε.Π. Για να «αξιοποιηθεί» όλος αυτός ο χρηματικός όγκος του κεφαλαίου απαιτεί πλέον τεράστια μεταφορά συσσωρευμένου σε υλικές αξίες κοινωνικού πλούτου. Αν η πολυφορεμένη λέξη της παγκοσμιοποίησης παραπέμπει σε μια πραγματικότητα, ίσως εδώ βρίσκει κάποια αντιστοιχία. Στη διάσωση των τραπεζών προσέτρεξαν όλες οι κυβερνήσεις του «δυτικού κόσμου» επιβαρύνοντας τους κρατικούς προϋπολογισμούς και διογκώνοντας τα κρατικά χρέη, ενώ στη συνέχεια ω θεραπεία επιλέχθηκαν βίαιες πολιτικές λιτότητας και υπερφορολόγησης των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων – κυρίως ως υποτιθέμενο μέτρο περιορισμού των κρατικών χρεών και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ο φαύλος κύκλος που εγκαινιάστηκε με το νεοφιλελευθερισμό επιτείνεται στο έπακρο, ιδιαίτερα στο χώρο της ευρωζώνης όπου οι αντιφάσεις και οι ανισομέρειες παίρνουν, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, εκρηκτικές διαστάσεις. Βλ. π.χ. και Γ. Τόλιου: «…Το 2010, σύμφωνα με στοιχεία της «Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών» (BIS), η αξία όλων αυτών των «χάρτινων και άυλων αξιών» ανήλθε σε 1.032 τρις δολάρια, ενώ τον ίδιο χρόνο το παγκόσμιο ΑΕΠ ήταν μόλις 62 τρις δολάρια...» στο «Κρίση Χρέους, Διεθνές Δίκαιο και Πολιτικές Διεξόδου», στο ειδικό ένθετο του ΕΠΕΝΔΥΤΗ (Σάββατο 17.11.12), με θέμα: «Δάνεια-Κρίσεις-Χρεοκοπίες. Η μαύρη οικονομική ιστορία του 19ου και 20ου αιώνα.
7. βλ. Π. Παπακωνσταντίνου «Ελληνική Αριστερά και διεθνείς συμμαχίες» 3/4/2013.
8. Στην πραγματικότητα στο έργο του Μαρξ δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη και συστηματική θεωρία των κοινωνικών τάξεων στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Η βασική ταξική διάρθρωση μεταξύ αστικής τάξης και προλεταριάτου που διατρέχει το «Κεφάλαιο» αφορά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος δεν αναπτύσσεται ευθύγραμμα σε όλο τον κόσμο, ούτε αγκαλιάζει αυτομάτως όλες τις σφαίρες της παραγωγής, της διανομής και συνολικά της οικονομίας και κοινωνίας. Σε διάφορα όμως έργα του Μαρξ, αυτά που αφορούν συγκεκριμένες αναλύσεις, «Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία», «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» αναδύεται η πραγματικότητα μιας πιο περίπλοκης ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας, συμμαχίες και αντιπαραθέσεις τάξεων και ταξικών μερίδων και όλα αυτά στα πλαίσια του εθνικού κράτους. (Βλ. Νίκος Πουλαντζάς ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ 1975 και ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ 1981).
9. βλ. Βασίλη Λιόση: «Ιμπεριαλισμός και Εξάρτηση» εκδ. ΚΨΜ 2012.  Στην ενδιαφέρουσα αυτή μελέτη εξετάζεται το περιεχόμενο της έννοιας του ιμπεριαλισμού και της εξάρτησης, η αντιμετώπιση των εννοιών αυτών από τους κλασικούς του μαρξισμού, η επίδραση και η νοηματοδότηση αυτών των εννοιών στην τακτική και τη στρατηγική του επαναστατικού κινήματος, η σχέση του εθνικού με το διεθνικό, του εθνικού με το ταξικό, της μεταρρύθμισης με την επανάσταση. Ο τρόπος του προσδιορισμού της έννοιας του πατριωτισμού στη σύγχρονη εποχή και του περιεχομένου που πρέπει να έχει η συγκρότηση ενός κοινωνικού και πολιτικού μετώπου στη σημερινή δύσκολη, για το λαό, κατάσταση.
10. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι η μέση ανατίμηση του ευρώ ως προς το δολάριο από το 2003 ως το 2013 εκτιμάται σε 30% περίπου, όσο και η τρέχουσα ισοτιμία του. Το ανώτατο όριο διακύμανσης από την έναρξη της κυκλοφορίας του μέχρι τη μέγιστη τιμή ήταν 57%. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι πριν από την ένταξη της δραχμής στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών το 1998 που προηγήθηκε της εισαγωγής και κυκλοφορίας του ευρώ, ακολουθήθηκε για πολλά χρόνια - από το 1986 - η πολιτική της «σκληρής δραχμής» που το 1995 έγινε και επίσημος στόχος της συναλλαγματικής πολιτικής, με αποτέλεσμα αυτή να υπερτιμηθεί σημαντικά έναντι των άλλων νομισμάτων. Από τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας προκύπτει ότι η δραχμή είχε υπερτιμηθεί με βάση το ανά μονάδα προϊόντος κόστος εργασίας την πενταετία 1993 – 1997 σε σχέση με το καλάθι των 23 βιομηχανικών χωρών που παρακολουθούσε η Κοινότητα κατά περίπου 20%, αν και το ορθό θα ήταν να συγκριθεί με τα νομίσματα των ανταγωνιστριών χωρών. Αντίστοιχα όμως η Ισπανία και η Ιταλία δηλαδή οι χώρες που έχουν τα πιο ανταγωνιστικά με τα δικά μας τουριστικά, βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα υποτίμησαν τα νομίσματά τους κατά 20%. Υποτιμήθηκε στη συνέχεια το Μάρτιο του 1998 πριν την ένταξη στο Μ.Σ.Ι. κατά 12,3% και πολύ σύντομα ανέκτησε το μεγαλύτερο μέρος της υποτίμησης (7% περίπου). Από το γεγονός αυτό, που πολλοί από τους αριστερούς σημερινούς υποστηρικτές του ευρώ σωστά τότε ανέλυαν (Βλ. Γιάννης Μηλιός, άρθρο στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ 1993), είχε ήδη γίνει εμφανής ο στόχος του μεγάλου κεφαλαίου στη χώρα μας για την επικράτησή του με την εκκαθάριση των λιγότερο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων και τη συμπίεση του εργατικού κόστους, συνέχεια του οποίου ήταν η «μεγάλη ιδέα» της συμμετοχής στο ευρώ. Αν η σύγκριση γινόταν μόνο ανάμεσα στην Ελλάδα και τους ανταγωνιστές της η ανατίμηση θα αποδεικνυόταν πολύ μεγαλύτερη. Ο ίδιος ο Γ. Μηλιός εκτίμησε στο παραπάνω άρθρο την ανατίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής ως προς το ECU (ονομαστική διολίσθηση μείον διαφορικός πληθωρισμός μεταξύ των δύο) σε 30% για την περίοδο 1987 – 1992).  Ο ίδιος σε άρθρο του στο περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ αναφέρει: «…Στο διάστημα 1990-2000 η δραχμή ανατιμήθηκε σωρευτικά σε πραγματικούς όρους κατά τουλάχιστον 15% έναντι του ECU/ευρώ, γεγονός που συνέβαλλε σημαντικά στην επιδείνωση του ελληνικού εμπορικού ισοζυγίου. Η «πολιτική σκληρής δραχμής» καθιστούσε συνεχώς ακριβότερα σε διεθνές νόμισμα τα ελληνικά προϊόντα και έτσι ευνοούσε τις εισαγωγές έναντι των εξαγωγών: Ο βαθμός κάλυψης των εισαγωγών υλικών αγαθών από τις αντίστοιχες εξαγωγές μειώθηκε από 41,5% το 1990 σε 37,5% το 2000. Εντούτοις, το διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα (υπερ)καλυπτόταν, εν μέρει από το θετικό ισοζύγιο υπηρεσιών (τουρισμός, ναυτιλία), εν μέρει από τις μεταβιβαστικές πληρωμές (μεταναστευτικό συνάλλαγμα, πόροι ΕΕ) και εν μέρει από το ισοζύγιο αυτόνομων κεφαλαιακών κινήσεων...» Ο ελληνικός καπιταλισμός, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Αριστερά ΘΕΣΕΙΣ Τεύχος 79, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2002.
11. Το μερίδιο των μισθών στο Α.Ε.Π. της χώρας μας έχει πτωτικό προσανατολισμό από τα μέσα της δεκαετίας 1980, δηλαδή από την έναρξη της αποφασιστικής εφαρμογής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, πτυχή της οποίας ήταν το όραμα της εισόδου στην υπό διαμόρφωση ευρωζώνη, και συνεχίζει στην ίδια κατεύθυνση και μετά την είσοδο στο ευρώ το 2001. Αυξάνεται ελαφρά μόνο κατά τη διάρκεια των ετών που προηγήθηκαν της κρίσης. Το δε μισθολογικό κόστος μονάδα προϊόντος παρουσιάζει απόλυτα όμοια εξέλιξη με την εξέλιξη του μεριδίου των μισθών.  Η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας ως προς τις τιμές δεν μειώθηκε εξαιτίας υπερβολικής αύξησης του πραγματικού μισθού, δηλαδή εξαιτίας της μεγαλύτερης αύξησής του σε σύγκριση με την αύξηση της παραγωγικότητας. Η μείωση της ανταγωνιστικότητας προκύπτει από μια πιο γρήγορη άνοδο του επιπέδου των τιμών. Η απώλεια ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές, σε σύγκριση με το μέσο όρο της ευρωζώνης, δεν προκύπτει από μια απόκλιση των μισθών, αλλά, στην ουσία, από μια πιο γρήγορη αύξηση των τιμών. Από τη σύγκριση των χωρών του Νότου και του Βορρά της ευρωζώνης διαπιστώνεται ότι στις χώρες του Νότου το πραγματικό μισθολογικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος είναι σχεδόν σταθερό, ενώ στο Βορρά πέφτει, κυρίως εξαιτίας της πολιτικής παγώματος των μισθών στη Γερμανία. Ωστόσο, οι χώρες του Νότου χαρακτηρίζονται από μια πιο γρήγορη αύξηση των τιμών. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας η εξέλιξη του μεριδίου των μισθών στις χώρες της ευρωζώνης δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει «μισθολογική παρέκκλιση», που ορίζεται ως μεγαλύτερη άνοδος του πραγματικού μισθού σε σύγκριση με την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας. Αντίθετα, τα πολύ διαφορετικά ποσοστά πληθωρισμού διεύρυναν σημαντικά τη βεντάλια του μοναδιαίου μισθολογικού κόστους, που καθορίζει την ανταγωνιστικότητα κάθε χώρας ως προς το κόστος.  Εάν δεν υπήρχε ενιαίο νόμισμα, οι διαφορές πληθωρισμού θα αντιμετωπίζονταν με προσαρμογές των τιμών συναλλάγματος, χωρίς να εξασφαλίζεται απαραίτητα η σύγκλιση. Όταν δεν υφίσταται αυτή η δυνατότητα, λόγω ενιαίου νομίσματος, τα ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο διευρύνονται, χωρίς να υπάρχει ένα σήμα κινδύνου, εφόσον το έλλειμμα δεν οδηγεί σε επανεξέταση της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος. Βλ. Michel Husson «Μισθοί, τιμές και ανταγωνιστικότητα. Μύθοι και αλήθειες για την «εσωτερική υποτίμηση» (Η ΕΠΟΧΗ 3/3/2013).
12. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Δ.Ν.Τ. για το τέλος του 2012.   
13. βλ. Θ. Μαριόλη και Α. Κάτσινου «Επιστροφή σε υποτιμημένη δραχμή, πληθωρισμός κόστους και διεθνής ανταγωνιστικότητα» [2011] και Θ. Μαριόλη «Η οικονομική πολιτική εντός και εκτός ευρώ» Περιοδικό PRAXIS Μαρξιστική επιθεώρηση θεωρίας και πολιτικής, [18 Ιουλίου 2011]
14. βλ. όπ. π. Γ. Τόλιου «Η βιωσιμότητα της ευρωζώνης…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου