Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Aπό την εποχή των οπαδών στην εποχή των κανιβάλων





Χρυσή Αυγή, οπαδισμός και εργατικά στρώματα  
Του Άρη Τόλιου*
Εισαγωγή
Το απολογιστικό φύλλο του πασίγνωστου περιοδικού TIME για το έτος 2011 (Δεκέμβριος 2011) παρουσίασε μια «έκπληξη», όσον αφορά το «πρόσωπο της χρονιάς» (ένας υπερπροβεβλημένος και επιδραστικός μιντιακός θεσμός): στο εξώφυλλο του αμερικάνικου περιοδικού εμφανίζεται η δυναμική φιγούρα ενός ανώνυμου διαδηλωτή (ή διαδηλώτριας, ίσως;), ντυμένου με κουκούλα και παλαιστινιακό φουλάρι. Το «πρόσωπο της χρονιάς», λοιπόν, για το 2011 και για το TIME ήταν ο «ανώνυμος διαδηλωτής» (“The Protester”) – σημείο ευθείας αναφοράς στις τεράστιες, μαζικές κινητοποιήσεις στον Αραβικό Κόσμο, στον ευρωπαϊκό νότο και σε Βρετανία - ΗΠΑ.
Υπόθεση εργασίας: αν υπήρχε αντίστοιχος ελληνικός μιντιακός θεσμός, ένας κοινωνικός παρατηρητής θα έμπαινε εύλογα στον πειρασμό να ονομάσει «πρόσωπο της χρονιάς» για το 2012 τον «ανώνυμο χούλιγκαν»: ένα φαινόμενο, δυστυχώς, εξαιρετικά οικείο, το οποίο, όμως, έχει αποκτήσει νεωτερικά χαρακτηριστικά, προσαρμοσμένα ευθέως στη νεοελληνική κοινωνία, με –οπωσδήποτε στρεβλά– στοιχεία πολιτικής παρέμβασης.
Στόχος του συντάκτη (με κίνδυνο να καταστεί προκαταβολικά προβλέψιμο το υπόλοιπο κείμενο!) είναι να αναδείξει τη σύντμηση του οπαδικού φαινομένου με την άνοδο της νεοφασιστικής, φιλοναζιστικής ακροδεξιάς, την –εδώ και καιρό– συμπόρευσή τους σε ένα πλαίσιο περίπου οριζόντιας κοινωνικής αυταρχικότητας και απολυτότητας και την διάχυτη επικράτηση του χουλιγκανισμού και της συμβολικής βίας. Σημειώνεται εδώ ότι, παρότι το οπαδικό φαινόμενο αφορά μόνο τη σφαίρα του σύγχρονου αθλητισμού, η έννοια του «χουλιγκανισμού» ξεφεύγει από τα αθλητικά πλαίσια.
Το παρακάτω κείμενο θα επιχειρήσει περισσότερο να αποτυπώσει ή να «φωτογραφίσει» τη χρονική περίοδο που διανύουμε, παρά να αναλύσει εξαντλητικά ολόκληρη τη διαδρομή ανάδειξης του φαινομένου της Χρυσής Αυγής, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, έχει επιχειρηθεί ήδη πολλές φορές. Η θεωρία που αναπτύσσεται είναι απλή: στα πρόσωπα των νέων χούλιγκαν που απαντώνται στις τάξεις των οργανωμένων οπαδών και του οπαδικού κινήματος βρίσκει κανείς εξαιρετικές ομοιότητες πλέον με τις ομάδες κρούσης της Χρυσής Αυγής – εκτός του ότι συχνότατα τα πρόσωπα και οι απόψεις ταυτίζονται.
Τα χαρακτηριστικά του οπαδικού φαινομένου
Το οπαδικό φαινόμενο, παρότι μαζικό και κοινωνικό, είναι πολύ εντυπωσιακό, όσον αφορά την ομοιομορφία του. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι οπαδοί και ιδιαίτερα οι χούλιγκαν έχουν κοινά χαρακτηριστικά, ανεξαρτήτου ομάδας, εθνικότητας και άλλων διαφορών που θεωρούν οι ίδιοι ότι έχουν βαρύνουσα σημασία. Αυτά είναι:
Πρώτον, η χρήση σωματικής βίας, αλλά και σεξιστικού, μισαλλόδοξου, επιθετικού λόγου. Η επιβολή του ενός έναντι του αντιπάλου του γίνεται πολύμορφα και πάντα με όρους συμβολικής καταστροφής, απόλυτης εχθρότητας ή επίδειξης ανδροπρέπειας.
Δεύτερον, η αξία της συμπλοκής είναι τουλάχιστον ίση με το καθαρά αγωνιστικό αποτέλεσμα – αν όχι σημαντικότερη.
Τρίτον, η σύγκρουση παίρνει χαρακτήρα «βεντέτας». Ο επιτιθέμενος έχει πάντα σημείο αναφοράς και άλλοθι μια παλαιότερη διένεξη, στην οποία βρέθηκε απρόκλητα αυτός ή κάποιοι συνοδοιπόροι του σε αμυντική θέση. Πρόκειται, ασφαλώς, για μια αλυσιδωτή διαδικασία, η οποία νομιμοποιείται από το παρελθόν και την «αχρειότητα» του αντιπάλου και δικαιώνεται στο παρόν, μέσω της ανταπόδοσης, μόνο σε φαντασιακό επίπεδο και εντελώς υποκειμενικά.
Τέταρτον, η έκφραση της αντιπαλότητας γίνεται μαζικά και ομοιόμορφα. Έτσι, οι «εμείς» είναι «άνδρες», «μάγκες», «αντισυστημικοί», ενώ οι «εσείς» είναι «μη άνδρες», «θρασύδειλοι», «κομμάτια του συστήματος».
Πέμπτον, η «στρατολόγηση» γίνεται πρωτίστως από τον «σκληρό πυρήνα» της εργατικής τάξης. Ιδιαίτερα στη Μεγάλη Βρετανία, γενέτειρα του σύγχρονου αθλητισμού και του σύγχρονου χουλιγκανισμού, δεν είναι τυχαίο που η αύξηση της τιμής του εισιτηρίου ως μέτρο περιορισμού της οπαδικής βίας αλλοίωσε ριζικά την ταξική σύνθεση του αγγλικού γηπέδου, αποκλείοντας ουσιαστικά τα φτωχότερα στρώματα από αυτό [1].
Παρατηρώντας τα παραπάνω, διαπιστώνει κάποιος εύκολα ότι, με ελάχιστες παραλλαγές, αυτά τα χαρακτηριστικά ταιριάζουν ένα προς ένα και σε σύγχρονες νεοναζιστικές οργανώσεις – όπως η ελληνική Χρυσή Αυγή: η χρήση βίας θεωρείται «κινηματική παρέμβαση», είναι εκτεταμένη και αντίστοιχη συμμορίας παρά πολιτικού κόμματος· η Χ.Α. έχει σαφές σεξιστικό, «ανδροκεντρικό» πρόσημο (βλ. επίθεση Η. Κασιδιάρη σε Λ. Κανέλλη - Ρ. Δούρου ή τις περίφημες θέσεις για τα γυναικεία ζητήματα [2])· οι επιθέσεις, ακόμα και αν δεν εντάσσονται σε κάποιο στρατηγικό πλαίσιο, αποτελούν, σε κάθε περίπτωση, ρατσιστική, σοβινιστική εκτόνωση· η ρεβανσιστική λογική της «αντεπίθεσης» στην οποία καλεί η Χ.Α. τους Έλληνες προσιδιάζει τη λογική «μας πειράξατε – σας πειράζουμε»· το «αντισυστημικό» προφίλ της οργάνωσης παρουσιάζεται ως μοναδικό αντίβαρο σε ένα ολόκληρο, ομοιογενές, αποϊδεολογικοποιημένο, διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα [3]· τέλος, η μεγαλύτερη συσπείρωση ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής εντοπίζεται στα φτωχότερα λαϊκά στρώματα και στις εργατικές, ημι-αγροτικές και μικροαστικές περιοχές.
Το τελευταίο τεκμηριώνεται και από τα πολύ υψηλά ποσοστά σε τέτοιες περιοχές κατά τις τελευταίες εκλογές (17η Ιουνίου). Αν πάρουμε ενδεικτικά το Λεκανοπέδιο της Αττικής, έχουμε [4]: 17% στον Ασπρόπυργο, 15% στα Μέγαρα, 13% στο Κορωπί και στη Φυλή, 12% στις Αχαρνές, 11% στον Ταύρο, στην Ελευσίνα και στο Πέραμα, 10% στο Καματερό, στο Μαρκόπουλο και στου Ρέντη, 9% στο Λαύριο και στο Κερατσίνι, 8,5% στην Καισαριανή και στη Νίκαια, 8% στην Αγ. Βαρβάρα, στο Περιστέρι, στη Δραπετσώνα, στον Κορυδαλλό, στο Δήμο Πειραιά, και φυσικά, στο Δήμο Αθηναίων, με πολλές γειτονιές να δίνουν στη Χ.Α. διψήφια ποσοστά!
Διαφαίνεται, επομένως, μια σύγκλιση στην ταξική προέλευση για την νεοφασιστική ακροδεξιά και τον οπαδικό χουλιγκανισμό, αφού και οι δύο έχουν ρίζες στην εργατική τάξη, όπως αυτή συναντάται παραδοσιακά σε αρκετές φτωχές και λαϊκές γειτονιές. Αυτό είναι ένα μόνο από τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των δύο φαινομένων, αλλά και το πιο κομβικό ταυτόχρονα, αφού αν η συνάντησή τους γινόταν σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο της ταξικής διαστρωμάτωσης (και πιθανόν σε οποιαδήποτε άλλη ιστορική συγκυρία) δε θα κατάφερνε να ανατροφοδοτείται με τέτοια ένταση και εν τέλει, δε θα ήταν γόνιμη.
Ο νεοφασισμός στα γήπεδα
Εδώ ανακύπτει εύλογα το εξής ερώτημα: αφού χουλιγκανισμός και νεοφασισμός έχουν τέτοια κοινά χαρακτηριστικά σε επίπεδο συμπεριφορών, κοινωνικοποίησης και εκφοράς λόγου, τότε γιατί κινούνταν τόσο καιρό σε παράλληλες τροχιές, χωρίς να τέμνονται τόσο δραστικά, όπως τώρα;
Αυτό βεβαίως είναι ακριβές, αλλά όχι απόλυτα. Η σύνδεση ριζοσπαστικής ακροδεξιάς και οπαδισμού έχει υπάρξει στο παρελθόν, όχι μόνο στενή, αλλά οργανική, τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς. Τα «πέταλα» [5] των ελληνικών γηπέδων έχουν γίνει πεδία διάδοσης πολιτικής, αλλά και πεδία σύγκρουσης ανάμεσα σε ιδεολογικούς αντιπάλους – ακόμα και αν αυτοί υποστηρίζουν την ίδια ομάδα.
Η πιο γνωστή περίπτωση νεοφασιστικής οργάνωσης οπαδών στην Ελλάδα είναι η διαβόητη Ν.Ο.Π.Ο. (Ναζιστική Οργάνωση Παναθηναϊκών Οπαδών), η οποία προέκυψε από τις συσπειρώσεις των Νέων Εθνικοσοσιαλιστών στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η ΝΟΠΟ κατάφερε να παρουσιαστεί ως ηγεμονεύουσα στη Θύρα 13 (η κλασική κερκίδα των οργανωμένων οπαδών του Παναθηναϊκού), παρότι η οργανωτική της διάρθρωση ήταν ουσιαστικά μικρή. Μέσω οργανωμένων και καλοσχεδιασμένων επιθέσεων, μιλιταριστικής ενδυμασίας, εξτρεμιστικών συνθημάτων, διανομής φυλλαδίων, ανάρτησης πανό και ναζιστικών συμβόλων, η ΝΟΠΟ κατάφερε γρήγορα να δημιουργήσει έναν «αστικό μύθο» που επιβιώνει μέχρι σήμερα και μάλιστα, επικαιροποιείται. Εν τέλει, η ΝΟΠΟ διαλύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με συνοπτικές διαδικασίες από τον αστυνομικό διευθυντή Μανόλη Μποσινάκη και τον πρόεδρο της ΠΑΕ Παναθηναϊκός Γιώργο Βαρδινογιάννη, μετά από συνεχείς τιμωρίες της ομάδας λόγω επεισοδίων [6]. Αν και οι ηγέτες της ΝΟΠΟ παρέμειναν ασύλληπτοι, αυτό το γεγονός δείχνει ότι το φαινόμενο του οπαδικού χουλιγκανισμού είναι δύσκολα αντιμετωπίσιμο, μόνο όταν συνδυάζεται με ανοχή ή και στήριξη από τις διοικήσεις των συλλόγων.
Πάντως, παρότι στην ελληνική οπαδική κοινωνία εμφανίστηκαν κατά καιρούς εξτρεμιστικές συσπειρώσεις οπαδών, αυτές ήταν περισσότερο «σφραγίδες» ή «φαντάσματα» και γνωστοποιούσαν την παρουσία τους από ένα φυλλάδιο ή την ανάρτηση ναζιστικών σημαιών – πολλές φορές, χωρίς αυτή να συνδέεται καν με φυσική παρουσία. Έτσι, είναι οπωσδήποτε αξιοπερίεργο ότι δήθεν «μαχητικές» οργανώσεις, όπως η ΝΟΠΟ για τον Παναθηναϊκό ή η ΤΟΦΑ (Τρομοκρατική Οργάνωση Φιλάθλων ΑΕΚ) για την ΑΕΚ δεν έχουν αφήσει πίσω τους ίχνη έστω στοιχειώδους οργανωτικής υπόστασης, παρά μόνο «αστικούς μύθους».
Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει νεοφασισμός στα γήπεδα. Ίσα - ίσα, τα τελευταία χρόνια, η παρουσία των φασιστών έχει γίνει πολύ πιο έντονη. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «Γαλάζια Στρατιά», η οποία τάσσεται στο πλευρό της Εθνικής Ελλάδας και έχει αποτελέσει οπαδική έκφραση τόσο της Χρυσής Αυγής, όσο και της Πατριωτικής Συμμαχίας παλαιότερα. Η «Γαλάζια Στρατιά» συμπυκνώνει την εθνικιστική εμπειρία της περιόδου 2004-05, όταν, με αφορμή αγωνιστικές επιτυχίες της Εθνικής ποδοσφαίρου, ενορχήστρωσε μια συστηματική εθνικιστική υστερία, η οποία ξεκινούσε από «καλτ» εκδηλώσεις μέχρι δολοφονικές απόπειρες εναντίον μεταναστών (βλ. δολοφονία του Αλβανού Γ. Παλούσι [7]). Αντίστοιχης κατεύθυνσης είναι και οι «Misfits» του Ολυμπιακού, οι οποίοι θεωρούνται ότι έχουν αναλάβει την ηγεμονία στο σκληροπυρηνικό κομμάτι των οπαδών του. Μολονότι ο σύνδεσμος δεν έχει οργανική σύνδεση με τη Χρυσή Αυγή, έχει όμοια ακραίες ρατσιστικές θέσεις και αναγνωρίζει κοινό πεδίο δράσης. Φυσικά, είναι μια απολύτως νόμιμη ένωση προσώπων [8], η οποία έχει πρωταγωνιστήσει στην αναθέρμανση των σχέσεων με τους Σέρβους Delije του Ερυθρού Αστέρα [9].
Ο χουλιγκανισμός ως παρέκκλιση
Τον χουλιγκανισμό μπορούμε επίσης να τον εξετάσουμε σαν παραβατική πράξη και σαν παρέκκλιση από ένα αξιακό, ηθικό, θεσμικό, πολιτικό, κοινωνικό πλαίσιο κανόνων. Αυτή η άτακτη, καταστροφική, επιθετική και εκφοβιστική συμπεριφορά, με επίκεντρο τους οπαδούς του σύγχρονου αθλητισμού, δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά έχει δύο κατευθύνσεις:
Η πρώτη κατεύθυνση αφορά μια παρεκκλίνουσα συμπεριφορά που απαξιώνει ένα δεδομένο σύστημα κανόνων, άτυπων και τυπικών. Είναι η εικόνα του χούλιγκαν, ο οποίος παρουσιάζεται κυρίως στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης (ειδικά στη δεκαετία του ’80) και προσιδιάζει ένα αντισυμβατικό, μποέμ χαρακτήρα, «μάγκα», μέρος μιας συλλογικότητας, με ασυνήθιστα σκληρό ηθικό προφίλ. Πολιτικοϊδεολογικά, τείνει προς μια πρωτόλεια αντιεξουσιαστική ανάλυση, αντιδραστική προς τον μεταπολιτευτικό κατευνασμό της κινηματικής ορμής των δεκαετιών του ’60 και του ’70.
Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά μια τάση «υπερσυμμόρφωσης» με τους υπάρχοντες κανόνες, θεωρώντας τους ανεπαρκείς και απαιτώντας ακόμα πιο ισχυρό κανονιστικό πλαίσιο. Πρόκειται ξανά για ένα αντισυστημικό πρότυπο «μάγκα», το οποίο όμως έχει περισσότερη αγωνία για κεντρικά πολιτικά ζητήματα, σε αντίθεση με τον προηγούμενο που τα απαξίωνε. Η ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας καταλήγει στην ανάγκη για σκληρότερη νομοθεσία, σκληρότερες τιμωρίες, σκληρότερη δικαστική εξουσία και σκληρότερη καταστολή. Εμφανώς, αυτό το πρότυπο τείνει προς μια φασίζουσα νοοτροπία, η οποία γίνεται κοινωνικά όλο και πιο κυρίαρχη στις μέρες μας (βλ. παραδείγματα «επιβολής νόμου» από φασιστικές ομάδες κρούσης στις γειτονιές της Αθήνας).
Είναι σαφές ότι πλέον, παρατηρείται μια ποιοτική μετατόπιση του οπαδικού φαινομένου και του χουλιγκανισμού ακόμα και στο πολιτικό πεδίο [10]. Σε αυτή τη μετατόπιση ωφελημένη βρίσκεται σαφώς η ακροδεξιά και η Χρυσή Αυγή, η οποία, μέσω της (προβαλλόμενης ως) αντισυστημικής αφήγησής της, γρήγορα αντιλήφθηκε τους οπαδικούς κόλπους ως προνομιακό πεδίο στρατολογήσεων και ζυμώσεων. Φυσικά, οι τάξεις των οπαδών αποτελούν μόνο έναν από τους πυλώνες κοινωνικής διείσδυσης της Χ.Α. στα λαϊκά στρώματα (π.χ. ένας άλλος είναι τα σχολεία).
Η εποχή του κοινωνικού κανιβαλισμού
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, έχουμε παρατηρήσει ήδη μια πρωτοφανή –σε δυναμική– συνάντηση του οπαδικού χώρου και του ακροδεξιού χώρου, εγκάρσια στα φτωχά, λαϊκά στρώματα, εκφρασμένη με χουλιγκανικές εκδηλώσεις. Αυτή που δεν έχει αναλυθεί ακόμα είναι η καταλληλότητα της συγκυρίας.
Εδώ η ερμηνεία είναι μάλλον εύκολη: η χρηματοπιστωτική κρίση του ’08 εκφράστηκε πολυεπίπεδα και προκάλεσε αντίστοιχες κρίσεις παγκοσμίως σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και αξιακό επίπεδο, με πρώτα θύματα τις οικονομικά ανίσχυρες χώρες. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η κρίση και η επιβολή του Μνημονίου δημιούργησε ένα γενικευμένο περιβάλλον ανασφάλειας και φόβου, το οποίο αποσάρθρωσε τον κοινωνικό ιστό και την κοινωνική συνοχή.
Η σχέση φτώχειας-παραβατικότητας σίγουρα δεν είναι γραμμική· ωστόσο, η κρίση δημιουργεί εκείνες ακριβώς τις συνθήκες για την «άνθιση» και εξάπλωση των λογικών εκείνων που γεννιούνταν μέσα στις καπιταλιστικές ανισότητες και αντιφάσεις, περιθωριοποιούνταν σε περιόδους ευημερίας και καλλιεργούνταν, σαν τα μανιτάρια στο σκοτάδι, κάτω από πολλές στρώσεις συμβολικής βίας. Έτσι, το αξιακό πλαίσιο που αναδεικνύεται είναι εξατομικευμένο, ατομικίστικο, μισαλλόδοξο και συντηρητικό και καθώς εγκλωβίζεται στα αλλεπάλληλα αδιέξοδα που επιβάλλονται από τις κυρίαρχες ελίτ (πολιτικές λιτότητας), στενεύει τον ορίζοντα των κοινωνικών αντιδράσεων σε σπασμωδικά, υστερικά και αντιδραστικά ξεσπάσματα.
Η ελληνική κοινωνία αυτή τη στιγμή στερείται προσανατολισμού και οράματος. Στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν σταθερές, μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού και ιδιαίτερα οι άνεργοι, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι και οι «νεόπτωχοι», αναζητούν κεντρομόλες δυνάμεις σε ένα ολόκληρο σύστημα που καταρρέει ταχύτερα από πολυκατοικία που κατεδαφίζεται με δυναμίτη. Βάσει αυτού, σε μια πιο μικροκοινωνική κλίμακα, η λογική της «ομάδας - θρησκείας» αποτελεί μια ελκυστική επιλογή. Όταν μάλιστα αυτή παρέχεται από μια οργάνωση με σαφείς στόχους, όπως η Χρυσή Αυγή, τότε ο οπαδός βρίσκει πολιτική διέξοδο προσαρμοσμένη στις συνθήκες του «κοινωνικού κανιβαλισμού»: (λάθος) απαντήσεις σε (λάθος) ερωτήματα. Πρώτα ταυτίζεται ηθικά με τη φασιστική λογική και στη συνέχεια και πολιτικά. Αντίστοιχα, στην κοινωνία, σε αυτή την περίοδο, επιταχύνονται οι διαδικασίες «αυταρχικοποίησης» ή «χουλιγκανοποίησης», οι οποίες κατόπιν εκλογικεύουν και αναθεωρούν τα νοήματα της νεοφασιστικής ακροδεξιάς.
Εδώ, αξίζει να σημειωθεί και ένα επιπλέον στοιχείο: το αν η Χρυσή Αυγή έχει δυνατότητες ανάπτυξης και ανάδειξης μαζικού, νεοφασιστικού κινήματος στην Ελλάδα θα εξαρτηθεί, σε μεγάλο βαθμό, με το αν θα καταφέρει να συνταιριάξει το «αντισυστημικό» προσωπείο της (το οποίο υπήρξε συγκριτικό πλεονέκτημά της κατά τη διαδικασία διείσδυσης σε κοινωνικούς χώρους) με την πιο «συμβατική» και «συστημική» κοινοβουλευτική της ιδιότητα. Αυτή η αντίφαση, η οποία προκύπτει ακριβώς εξαιτίας της «εύκολης» και σχηματοποιημένης πολιτικής παρέμβασης της οργάνωσης, ενδέχεται να την οδηγήσει σε άλλες, πιο σύνθετες μορφές δράσης.
Η μάχη για την κατάκτηση της εργατικής τάξης
Συνοψίζοντας, λοιπόν, αυτή τη στιγμή, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μοναδικό και οριακό φαινόμενο: πλέον, μεγάλο μέρος της αμφισβήτησης προς το πολιτικό και κοινωνικό εποικοδόμημα περνάει μέσα από τις τάξεις των οργανωμένων οπαδών και αντί να «εξατμίζεται» στην ατμόσφαιρα όπως παλιότερα, διοχετεύεται συστηματικά στην αγκαλιά του νεοφασισμού και της Χρυσής Αυγής. Οι συνθήκες έχουν βεβαίως ευνοήσει μια τέτοια ακολουθία, η οποία, κατά καιρούς, έμοιαζε «εύκολη» και «επιπόλαιη» ως προς την ανάλυσή της, αλλά τώρα φαίνεται πέρα ως πέρα αληθινή.
Καμία εξουσία, κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες, από την εποχή των μεγάλων επαναστάσεων ως σήμερα, δε μπόρεσε να διατηρήσει την ισχύ της, έχοντας απέναντι της το λαϊκό παράγοντα ή το λαϊκό κίνημα. Αυτό σημαίνει ότι ο δρόμος προς την ανάληψη της εξουσίας από μια Αριστερά αντάξια του ιστορικού της ρόλου, περνάει αναγκαστικά και μέσα από την ανάληψη (ή ανάκτηση) της ηγεμονίας στα φτωχά και λαϊκά στρώματα – για την ακρίβεια, την ελληνική εργατική τάξη, το μοχλό κίνησης ή παράλυσης του ελληνικού καπιταλισμού. Το πρόβλημα είναι, ωστόσο, ότι σε αυτά τα φτωχά στρώματα θα συναντήσει μια πολιτική δύναμη αντιδραστική, ανερχόμενη και επικίνδυνη όσο ποτέ, η οποία, ανεξάρτητα από το αν αποτελεί το «μακρύχέρι του συστήματος» ή έχει μεγαλύτερες φιλοδοξίες για το ρόλο που θα ήθελε να παίξει στα δρώμενα, είναι απολύτως ανταγωνιστική ως προς το πολιτικό σχέδιο της Αριστεράς και της κοινωνικής απελευθέρωσης.
Η μάχη αυτή για την ιδεολογική ηγεμονία εντός της εργατικής τάξης δεν πρέπει να χαθεί. Έτσι, η αντιμετώπιση, αποδόμηση και εκ νέου περιθωριοποίηση της νεοναζιστικής ακροδεξιάς σίγουρα δεν αποτελεί ζήτημα εκφοράς σφοδρότερου καταγγελτικού λόγου ή επικοινωνιακών χειρισμών.
Κατά την πρόσφατη, δίμηνης διάρκειας προεκλογική περίοδο, αναπτύχθηκε ένα επιμέρους δίλημμα που αφορούσε τον πιο συμφέροντα για την Αριστερά τρόπο προβολής της Χρυσής Αυγής: υπερ-προβολή από τα ΜΜΕ, ώστε να εκτίθεται και να αποκαλύπτεται το ναζιστικό της πρόσωπο στα φώτα της δημοσιότητας ή υπο-προβολή, ώστε να απαξιώνεται και να υποβαθμίζεται σαν φαινόμενο. Ωστόσο, η σχεδόν αναλλοίωτη διακύμανση των εκλογικών ποσοστών της Χ.Α. από την 6η Μάη (6,97%) μέχρι τη 17η Ιούνη (6,92%) μάλλον υποδεικνύει, εκτός των άλλων, ότι το εκλογικό σώμα έμεινε ανεπηρέαστο από τη σχετική υπερ-προβολή ή υπο-προβολή της νεοναζιστικής οργάνωσης. Ενδεχομένως, μάλιστα, οι εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόροι της Χ.Α. να μη ανάγουν την πολιτική τους εγγύτητα με την οργάνωση στην τηλεοπτική παρουσία των εκπροσώπων της – άρα και η αποτελεσματική αντιμετώπιση της Χ.Α. να μην εστιάζει πρωτίστως στον όγκο της δημοσιότητας που λαμβάνει.
Επί της ουσίας, η σχεδόν ταυτόσημη ανταπόκριση που βρήκε η πολιτική πρόταση της Χ.Α. στο εκλογικό σώμα σε δύο διαδικασίες ανάδειξης κοινοβουλίου καταρρίπτει, σε μεγάλο βαθμό, και τη θεωρία του «ανυποψίαστου ψηφοφόρου»11. Πρόκειται για ένα αξίωμα, που ερμήνευε τα απροσδόκητα υψηλά ποσοστά της Χ.Α. στις εκλογές της 6ης Μάη ως ένα κόλπο «αιφνιδιασμού», που παραπλάνησε τους ψηφοφόρους στο να ψηφίζουν κάτι που δε θέλουν ή δεν γνωρίζουν. Αυτό προφανώς ακυρώνεται από την «καρμπόν» εκλογική αποτύπωση της Χ.Α. στις εκλογές της 17ης Ιούνη, έπειτα από περίπου έξι εβδομάδες πρωτοφανούς έκθεσής της στα ΜΜΕ. Πιθανόν, το περίπου 7% των ψηφισάντων να μην αυτοπροσδιορίζεται ως «φιλοναζιστικό» ή ούτε καν και «εθνικιστικό»· πιθανόν, να θεωρεί τη Χ.Α. απλώς ως μια «ακραία πατριωτική οργάνωση», κατάλληλη να δώσει αναγκαίες, «τελικές» λύσεις. Αναμφίβολα, όμως πρόκειται για μια συνειδητή πράξη («σύμπτωση που επαναλαμβάνεται δεν είναι σύμπτωση»), η οποία έμεινε ακλόνητη παρά τις εκλογικές αναδιατάξεις ανάμεσα στις δύο διαδικασίες.
Επομένως, αυτό που είναι βέβαιο ότι συμβαίνει είναι ότι η Χ.Α. έχει διεισδύσει σε τέτοιο βαθμό σε μεγάλες μερίδες της κοινωνίας που έχει αναπτύξει πολύ ισχυρούς δεσμούς – τόσο ισχυρούς, που δεν μπορεί να τους διαταράξουν ούτε καν στιγμές άπειρης τηλεοπτικής πολιτικής βαρβαρότητας (Κασιδιάρης - Κανέλλη - Δούρου). Η πολιτική επιρροή της Χ.Α. είναι μάλλον μικρότερη από την εκλογική της επιρροή – δηλαδή, από τους 426.000, μάλλον μόνο ένα μικρό κομμάτι μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι έχει ασπαστεί τις εθνικοσοσιαλιστικής έμπνευσης ιδέες της Χ.Α. Ωστόσο, η κοινωνική της επιρροή (δηλαδή το πεδίο δράσης, παρέμβασης και απεύθυνσης) είναι πολύ μεγαλύτερη από την εκλογική της επιρροή, κάτι που προφανώς συμβαίνει κάτω από τις δεδομένες συνθήκες και της δίνει περιθώρια πολιτικής και εκλογικής ανάπτυξης.
Εκεί ακριβώς πρέπει να επικεντρωθεί η παρέμβαση της Αριστεράς: στο κόψιμο αυτού του «ομφάλιου λώρου» ανάμεσα στην κοινωνία και στην οργανωμένη ακροδεξιά και στην παροχή λύσεων, πολιτικών και καθημερινών, στις φτωχότερες γειτονιές. Καμία διαδικασία συνολικής ανατροπής και προόδου δεν μπορεί να ευημερεύσει για την Αριστερά, αν η εργατική τάξη, όχι μόνο δεν είναι χειραφετημένη, αλλά παραδίδει σημαντικά κομμάτια της σε νεοφασιστικές αφηγήσεις. Είναι εξάλλου περιττό να σημειωθεί ότι η αναθεώρηση και επανεγγραφή της ιστορικής μνήμης σε περιοχές όπως π.χ. η Δραπετσώνα και η Καισαριανή ή το Δίστομο και τα Καλάβρυτα, θα επέφερε ένα αδιαμφισβήτητο ηθικό χτύπημα στην Αριστερά. Σαφώς και στη σημερινή συγκυρία, η περίπτωση της Χ.Α. δεν αποτελεί μια τυπική περίπτωση αστικού κόμματος «εντός κάδρου», άσχετα αν εξυπηρετεί σαφέστατα τους στόχους του αστικού πολιτικού συστήματος.
Αν υιοθετήσουμε το σχήμα του Γκράμσι (ο οποίος δύσκολα θα πάψει κάποτε να είναι επίκαιρος), η δράση και κίνηση της εργατικής τάξης (ή εν πάσει περιπτώσει, των εργαζομένων ή των φτωχών-λαϊκών στρωμάτων) εξαρτάται από το προς ποια κατεύθυνση στο εσωτερικό της τάξης θα κινηθεί ένας «μεσαίος χώρος», ο οποίος γίνεται δεκτικός σε νέες ιδέες σε περίοδο κρίσεων. Για να γίνει η εργατική τάξη «τάξη για τον εαυτό της», η Αριστερά πρέπει όχι μόνο να πρωτοπορήσει στους αγώνες της εργατικής τάξης, αλλά και να διεξάγει ολομέτωπη ιδεολογική μάχη σε όλους τους λαϊκούς χώρους με τους ακραίους αντιδραστικούς σχηματισμούς, με τους οποίους συνυπάρχει στο εσωτερικό της.
Αντί επιλόγου
Το αποτέλεσμα των δυο εκλογικών αναμετρήσεων έδειξε σαφώς ότι η νεοναζιστική Χ.Α. υποκατέστησε τον παραδοσιακό εθνικιστικό ΛΑΟΣ στη θέση του κύριου εκφραστή της ακροδεξιάς στη χώρα μας [12]. Η αιτία της άκρως ανησυχητικής αυτής εξέλιξης εντοπίζεται σε συγκυριακούς (όπως η στάση του ΛΑΟΣ στο θέμα του Μνημονίου), γενικότερους (ακόμα μεγαλύτερη κοινωνική πόλωση και μετατόπιση) και επιμέρους παράγοντες (η ακτιβιστική, «ριζοσπαστική» φυσιογνωμία της Χ.Α., που ξεφεύγει από τη σύγχρονη εκδοχή της κοινοβουλευτικής ακροδεξιάς). Αυτή η νέα φυσιογνωμία της ακροδεξιάς της επιτρέπει να αναπτύξει ισχυρότερους δεσμούς με ορισμένα λαϊκά στρώματα και τη νεολαία και να εδράζεται στο καρέ «ακροδεξιά – οπαδισμός», «ακροδεξιά – σχολεία», «ακροδεξιά – γειτονιές» και «ακροδεξιά – δυνάμεις καταστολής».
Συμπληρωματικά προς τα προαναφερθέντα, αξίζει να επισημανθεί μια σημαντική αδυναμία της παρέμβασης της Αριστεράς στο διαρκές «φλερτ» ακροδεξιάς - οπαδισμού. Αυτή δεν σηματοδοτήθηκε μόνο από την απουσία από έναν μαζικό κοινωνικό χώρο, όπως το γήπεδο· το γεγονός καθαυτό δε σηματοδοτεί κάποιο έλλειμμα στην πολιτική της δράση, παρά μόνο ενδεχομένως στην πολιτική της στρατηγική. Είναι όμως τεράστιο έλλειμμα επιστημονικό, διαλεκτικό και πολιτικό η υποβάθμιση του φαινομένου του αθλητισμού και του οπαδισμού (όχι του χουλιγκανισμού). Το δε χειρότερο είναι όταν αυτή η άρνηση ανάγεται και στο ιδεολογικό πεδίο, με την επιδερμικότατη χρήση μαρξιστικών εργαλείων (!), όπου ο σύγχρονος αθλητισμός είναι ευτελής σαν θέαμα και ανάξιος συζήτησης, ενώ οι οπαδοί μονάχα εξυπηρετούν τα συμφέροντα του μεγάλου επενδυτικού κεφαλαίου!
Η ίδια η πραγματικότητα διαψεύδει, ευτυχώς, αυτές τις αναλύσεις, αφού από το οπαδικό κίνημα έχουν ξεπηδήσει, κατά καιρούς, επιμέρους ριζοσπαστικά κινήματα. Προφανώς, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι ότι τα «εργατόπαιδα» πηγαίνουν στο γήπεδο – το πρόβλημα είναι ότι εκεί συναντούν μόνο χούλιγκαν ή φασίστες χούλιγκαν.
ΥΓ. Αφορμή για αυτό το κείμενο υπήρξε η συζήτηση με έναν μαθητή μου, γόνο οικογένειας με οικονομικά προβλήματα και στρατολογημένο στη Χρυσή Αυγή από τα 18 του, ο οποίος με ενημέρωσε ότι η ΝΟΠΟ έχει ήδη αναβιώσει, έχει διακριτική παρουσία και αριθμεί αρκετές εκατοντάδες μέλη. Άσχετα αν λέει αλήθεια, ψέματα ή απλώς την αλήθεια που του διατίθεται, η (φημολογούμενη) ανάσταση της ΝΟΠΟ προκαλεί ανησυχία επειδή σαν αστικός μύθος κατάφερε να παραμείνει ζωντανός σε αρκετές συνειδήσεις· επειδή οι ηγέτες της πιθανόν επανενεργοποιήθηκαν· επειδή επέδειξαν εξαιρετικά αντανακλαστικά στην εκμετάλλευση της συγκυρίας· επειδή, τέλος, μόνο σε σημερινές ομαδοποιήσεις και κοινωνίες θα κατάφερναν να επιβιώνουν «διακριτικά» και ανενόχλητοι.
________________________________

Σημειώσεις

1. Football and Football Hooliganism, Fact Sheet No 1, Sir Norman Chester Centre for Football Research, University of Leicester, January 2004.
2. Μακρίδης Φ. - Σ., Τι λέει η Χρυσή Αυγή για τις γυναίκες, http://www.xekinima.org/arthra/view/article/ti-leei-i-xrysi-aygi-gia-tis-gynaikes/
3. Εδώ εντάσσεται και η διάχυτη ρητορεία της Χρυσής Αυγής για το ρόλο της ως «κέρβερου» ενάντια στην ασυδοσία των πολιτικών και το κάλεσμα πολλών ψηφοφόρων της να ξυλοκοπήσουν και τους υπόλοιπους βουλευτές αν χρειαστεί!
4. Τα ποσοστά είναι βεβαίως προσεγγιστικά, σύμφωνα με τους κανόνες της στρογγυλοποίησης.
5. Πέταλο ονομάζονται οι κερκίδες πίσω από τα δύο τέρματα σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο. Έχουν πεταλοειδές σχήμα και συσπειρώνουν παραδοσιακά τους σκληροπυρηνικούς οργανωμένους οπαδούς.
6.
http://fileleutheros.pblogs.gr/2008/03/exwkoinoboyleftikh-ethnikistikh-dexia.html
7. Γκολφινόπουλος Γ., «Έλληνας Ποτέ…», Εκδόσεις Ισνάφι, 2007: Ιωάννινα.
8. Θαλάσσης Γ., «Μαύροι» και... «κόκκινοι» στις εξέδρες!, Περιοδικό Γαλέρα,
http://galera.gr/magazine/modules/articles/article.php?id=624
9. Οι
Delije έχουν μείνει στην ιστορία, όχι μόνο ως ο πιο σκληροπυρηνικός εκφραστής του σέρβικου εθνικισμού στις τάξεις των οπαδών, αλλά και ως η κύρια πηγή στρατολόγησης για τους «Τίγρεις», την περίφημη παραστρατιωτική εθνικιστική οργάνωση που συστάθηκε από τον διαβόητο Αρκάν κατά τον Γιουγκοσλαβικό εμφύλιο.
10. Χαρακτηριστική είναι η αλλοίωση του γνωστού ακραίου συνθήματος “ACAB” του αυτόνομου χώρου: από την παραδοσιακή ερμηνεία του, «All Cops Are Bastards», πλέον εμφανίζεται όλο και συχνότερα παραλλαγμένο σε «All Cops Are Brothers».
11. Μεγαλούδη Φ., Ο μύθος του αθώου ψηφοφόρου,
http://www.theinsider.gr/index.php?view=article&catid=76%3Aarthografeia&id=19739%3Ao-mythos-toy%E2%80%A6
12. Στο προηγούμενο τεύχος της Μαρξιστικής Σκέψης, είχα γράψει ένα κείμενο για τον ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη. Τελικά, ο ΛΑΟΣ συντρίφθηκε εκλογικά ανάμεσα στη Ν.Δ., τους Ανεξάρτητους Έλληνες και τη Χ.Α. – ωστόσο, προσωπική εκτίμησή μου είναι ότι η διαφαινόμενη τοποθέτηση του κόμματος στο χρονοντούλαπο της ιστορίας δε θα σημαίνει το τέλος των περιπετειών του τυχοδιώκτη πολιτικού Γ. Καρατζαφέρη.
* Ο Άρης Τόλιος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Κοινωνιολογίας. Το παρόν άρθρο περιέχεται στον τόμο 6 του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη (σελ. 57-66), ο οποίος κυκλοφόρησε πρόσφατα.
Άρης Τόλιος
REDNotebook
2 Αυγούστου 2012 - 5:50 pm | Άρης Τόλιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου