Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Για τη χειμαζόμενη κοινωνία ή για άλλη μια φορά με πρόσχημα την κοινωνία για τις Τράπεζες;



Με αφορμή το νομοσχέδιο για τη «ρύθμιση» στεγαστικών δανείων και την επιδείνωση των προβλέψεων για τους υπερχρεωμένους
Γιάννης Δουλφής
Οικονομολόγος
Το νομοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση για τη ρύθμιση στεγαστικών δανείων προς τις τράπεζες δεν αφορούν τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της υπερχρέωσης, αλλά το επιδεινώνουν, αφού η δεύτερη πτυχή του νομοσχεδίου αφορά την επί το δυσμενέστερο τροποποίηση του Ν. 3869/2010 («Νόμο Κατσέλη»), ενώ παράλληλα με τις δηλώσεις του υφυπουργού κ. Θ. Σκορδά που έθεσε θέμα ξεπαγώματος των πλειστηριασμών στις κατοικίες, φαίνεται πως θα αποτελέσει την επικοινωνιακή παγίδα για την έναρξη της ολομέτωπης επίθεσης κατά των αδύναμων δανειοληπτών για την υφαρπαγή της ακίνητης περιουσίας τους, που κυοφορείται εδώ και καιρό.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο νόμος αυτός που έφερε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 2010 δεν αφορούσε τους δανειολήπτες που επλήγησαν από τις μνημονιακές πολιτικές, αλλά μια ρύθμιση ανάλογη με όσα ισχύουν σε πολλές καπιταλιστικές χώρες της Δύσης για μεμονωμένες περιπτώσεις φυσικών προσώπων - δανειοληπτών που περιέρχονται σε κατάσταση αδυναμίας εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους, μέσα από μια διαδικασία πτώχευσης όπως προβλέπεται και για τις επιχειρήσεις και αποτελούσε μια εξαγγελθείσα προεκλογικά παρέμβασή του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η οποία μάλιστα τότε συρρικνώθηκε στις απαιτήσεις των Τραπεζών.
Οι μνημονιακές πολιτικές προκάλεσαν μια τεράστια διόγκωση του προβλήματος της υπερχρέωσης μέσω των άγριων περικοπών των εισοδημάτων των μισθωτών και των συνταξιούχων αλλά και με την υπέρμετρη και κατάφωρα άδικη φορολόγησή τους. Παράλληλα η τερατώδης για καιρούς ειρήνης ύφεση της οικονομίας που ξεπέρασε σωρρευτικά το 20% την τριετία 2010 – 2012, ενώ αναμένεται στο τέλος του 2013 να υπερβεί το 25%, δημιούργησε μια τεράστια στρατιά ανέργων όχι μόνο από το χώρο της μισθωτής εργασίας, αλλά και από τα μαζικά καταστρεφόμενα στρώματα των μικρών και μεσαίων επαγγελματιών. Παράλληλα με τη βίαιη υποτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης, έχει επέλθει μια τερατώδης απώλεια της αξίας των ακινήτων, που αδυνατούν, ακόμη και αν ήθελαν, να εκποιήσουν για την αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους, κατά πρώτον οι δυσπραγούντες δανειολήπτες κατά δεύτερον οι υπερχρεωμένοι λόγω της άγριας φορολογίας πολίτες.     
Από την άλλη πλευρά οι ίδιες πολιτικές, που για την εφαρμογή τους είχαν ως άλλοθι τον περιορισμό του κρατικού χρέους, μετά από διαδοχικά κουρέματα, αφενός τελικά το διόγκωσαν, αφετέρου δε το επέρριψαν στις πλάτες του λαού, λεηλατώντας τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων, που βρίσκονται πλέον στο «έλεος του θεού» και προσφέροντας σε βάρος του μέσω του πρόσθετου διακρατικού δανεισμού 50 δις ευρώ ένα δώρο στους τραπεζίτες για να συνεχίσουν να λειτουργούν χωρίς δική τους «πρόσθετη δεκάρα» τα «μαγαζιά» που ετοιμάζουν την επίθεση εδώ και καιρό. Με το λαϊκό – μέσω κρατικού δανεισμού – χρήμα, λοιπόν, που δεν περιορίζεται βέβαια στο παραπάνω ποσόν, αλλά προσεγγίζει συνολικά με όλες τις κρατικές διευκολύνσεις ένα προμνημονιακό Α.Ε.Π. και αναμένεται να επιρριφθεί οσονούπω ως νέο δυσθεώρητο δημόσιο χρέος στις λαϊκές πλάτες των φορολογουμένων, θα σπεύσουν υπό τις κρατικές ευλογίες να λεηλατήσουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία που μια γενιά μετά τον πόλεμο κατόρθωσε να αποκτήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τη δουλειά της. Για να συμπληρωθεί το παιχνίδι της λεηλασίας του δημόσιου πλούτου που θεσμοθέτησαν τα ίδια κέντρα των διεθνών τοκογλύφων δανειστών του ελληνικού κράτους σε συνεργασία με την εγχώρια ολιγαρχία και το πολιτικό και μηντιακό κατεστημένο που τόσα χρόνια ύφαιναν για να κερδοσκοπούν τα σημερινά αδιέξοδα.
Αφού η υποτελής στην εξωτερική τρόικα τρικομματική κυβερνητική διαπλοκή απέρριψε τα νομοσχέδια για την ανακούφιση των δανειοληπτών που έφεραν για ψήφιση οι δυνάμεις της αριστεράς – πρωτίστως αρχικά ένα ριζοσπαστικότερο ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και δευτερευόντως στη συνέχεια ένα άλλο το ΚΚΕ, με την «υπόσχεση» ότι θα φέρει εκείνη το επεξεργασμένο σχέδιο για τη λύση του προβλήματος, αφού εκείνα θεωρήθηκαν ανεπαρκή, υποβάλλει τώρα για ψήφιση ένα σχέδιο που δεν αφορά τους αδυνατούντες μέχρι σήμερα να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους χωρίς δική τους ευθύνη – αφού τους κούρεψαν μισθούς, συντάξεις, ασφαλιστικά ταμεία κλπ και τους χρέωσαν επιπλέον – αρνούνται να πράξουν το ίδιο και για τις οφειλές τους προς τους κατ’ εξοχήν ευνοημένους, τους «τραπεζίτες». 
Για ποιο λόγο λοιπόν επιδιώκουν να ψηφίσουν αυτό το σχέδιο; Για κάποιους, υποτίθεται, ενήμερους μισθωτούς, συνταξιούχους ή ανέργους που έχουν οφειλή μέχρι 150.000 ευρώ από στεγαστικό δάνειο για Α΄ κατοικία αξίας μέχρι 180.000 ευρώ με προσημείωση, με ατομικό εισόδημα μέχρι 15.000 ευρώ ή οικογενειακό 25.000 ευρώ, που έχει υποστεί μείωση τουλάχιστον κατά 20% από το 2009 και συνολική αξία ακίνητης περιουσίας (πλασματικής «αντικειμενικής» αξίας) έως 250.000 ευρώ, χωρίς κινητές αξίες άνω των 10.000 ευρώ.
Τώρα ποιοι έχουν τη δυνατότητα με τέτοιες προϋποθέσεις να εξακολουθούν να έχουν ενήμερα δάνεια, και να επιβιώνουν μετά τους φόρους και τα χαράτσια που τους έχουν επιπλέον επιβληθεί είναι απορίας άξιο. Σ’ αυτούς λοιπόν θα προσφερθεί η δυνατότητα επιμήκυνσης του στεγαστικού τους δανείου κατά κατά τέσσερα χρόνια με το ίδιο επιτόκιο καταβάλλοντας ως δόση έως και το 30% του μηνιαίου εισοδήματος, ενώ οι άνεργοι με χαμηλό ή μηδενικό εισόδημα δεν θα πληρώνουν τόκους για έξι από τους 48 μήνες της ρύθμισης. 
Είναι εμφανές ότι το νομοσχέδιο αυτό αν αφορά πραγματικούς δανειολήπτες, εξυπηρετεί τα συμφέροντα των τραπεζών προκειμένου να περιοριστεί ο ρυθμός αύξησης των «κόκκινων δανείων» ώστε να μην επιδεινωθούν περαιτέρω οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και με το αζημίωτο, δεδομένου ότι οι τράπεζες θα συνεχίσουν να εισπράττουν όχι μόνο τους τόκους τους, αλλά και τους επιπλέον τόκους από την επιμήκυνση, αφού δεν χορηγούν πια νέα δάνεια. Ο κύριος όμως λόγος είναι επικοινωνιακός, για την απόκτηση του απαραίτητου άλλοθι, ενόψει της επιθετικής πολιτικής της αρπαγής μέσω των πλειστηριασμών που προανήγγειλε ο κ. υφυπουργός σε συνέχεια ανάλογων προθέσεων που έχει εκδηλώσει η υπέρτερη εξωτερική τρόικα των δανειστών. Ενώ λοιπόν την προηγούμενη περίοδο, επί δύο και πλέον δεκαετίες, οι τράπεζες χορηγούσαν αφειδώς στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια πάσης φύσεως, συντηρώντας μια εν πολλοίς τεχνητή «ευμάρεια», που φούσκωσε την αξία των ακινήτων, για να κερδίσουν όχι μόνο από την εξαιρετική τοκοφορία, αλλά κυρίως μέσω της χρηματιστηριακής φούσκας που διευκολύνθηκε από τα υψηλά και με χαμηλή  φορολογία κέρδη και από το γενικότερο κλίμα, σήμερα διευκολύνονται να διατηρήσουν ανέπαφες τις νομισματικές αξίες των απαιτήσεών τους σε ευρώ, ενώ οι δανειζόμενοι υπέστησαν τη βίαιη «εσωτερική υποτίμηση» των εισοδημάτων τους και εγκλωβίστηκαν σε ακίνητα που υποτιμήθηκαν πολύ πιο βίαια από την τριαντακονταετή άνοδό της αξίας τους, σε μια νεκρή πλέον κτηματαγορά.     
Αυτή είναι η παρούσα φάση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, του καπιταλισμού της απόλυτης λεηλασίας, αντί της σχετικής υπεραξίας, που προετοιμάζει, όπως και την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου και τις περιφράξεις, την επόμενη, αυτή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ή άλλως της βαρβαρότητας, αν δεν μπορέσουμε να τον ανατρέψουμε σε μια διαδικασία μετάβασης προς το σοσιαλισμό.
         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου