Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Ουαί υμίν...



Η διαφωνία μας με την αναρχία δεν θα έπρεπε να διατυπώνεται ως άρνηση της αυτοαξιοποίησης και της λειτουργίας χώρων με βάση την αξία χρήσης, και όχι το εμπόρευμα. Αλλά στην πρόταση, από την πλευρά μας, όρων που θα διεύρυναν και θα γενίκευαν αυτά τα πειράματα και πέρα από τα όρια της αναρχίας
Του Δημήτρη Μπελαντή
Σε μια περίοδο όπου κλιμακώνεται η εδώ και τρία χρόνια διεξαγόμενη επίθεση κατά της μισθωτής εργασίας στην χώρα μας, και ο πήχυς του κρατικού αυταρχισμού συνεχώς ανεβαίνει, γεννώντας μια διαρκή κατάσταση «κοινοβουλευτικής εξαίρεσης», η κυβέρνηση, δια χειρός Δένδια και κατασταλτικών μηχανισμών, ανέλαβε να ξεκαθαρίσει τις καταλήψεις και τους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους και να αποκαθάρει την πόλη από το άγος της βίας και της «ανομίας». Ειδικά στην περίπτωση της Βίλλας Αμαλία, η επιχείρηση αυτή επισώρευσε αρκετά  μπουκάλια μπύρας και κασκόλ, ώστε να μπορούν να στοιχειοθετηθούν «κακουργηματικές» πράξεις κατά των καταληψιών. Τα δε ΜΜΕ έστησαν επικοινωνιακό χορό γύρω από την βία στις συνοικίες της Αθήνας και τις ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ, περιέργως την ίδια ακριβώς στιγμή που καταδεικνύεται μέσα από στοιχεία η χρεωκοπία του μνημονιακού εκσυγχρονισμού, του «μικρού αλλά έντιμου κράτους», η ποταπότητα και η μεγάλη διαπλοκή του ηγετικού πολιτικού προσωπικού που διαχειρίσθηκε τα μνημόνια. 
  
«Βία», λοιπόν, με ορμητήριο τις καταλήψεις. Ας μιλήσουμε για την βία, αφού αυτό το θέμα αρέσει στα ΜΜΕ. Ας τους κάνουμε το χατίρι.
Η βία δεν υπάρχει στην ελληνική κοινωνία: εισάγεται από τα στέκια και τις καταλήψεις! Δεν αποτελεί βία η ύπαρξη του 27 % της ανεργίας. Ούτε η συνεχής κατακρήμνιση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, των επιστημόνων, της νεολαίας, των επισφαλώς εργαζόμενων, των μεσαίων στρωμάτων. Δεν αποτελούν βία οι 3.000 αυτοκτονίες (ο αριθμός μεγαλώνει συνέχεια), η διάδοση των ψυχικών νοσημάτων, τα παιδιά που λιποθυμούν στα σχολεία από την ασιτία, οι άστεγοι και αυτοί που τους κόβει το ρεύμα η ΔΕΗ για το χαράτσι. Δεν αποτελεί βία η ερήμωση των πόλεων και τα σφαλισμένα καταστήματα. Η επιστροφή της Ελλάδας στα στάνταρντς της δεκαετίας του ’40 είναι μια απολύτως ήπια και συναινετική διαδικασία. Είδατε να εκτελούν κανέναν εσείς που μιλάτε για «νέα Κατοχή»;
Ούτε η μετατροπή της Ελλάδας και πάλι σε χώρα μεταναστευτικών εκροών αποτελεί βία. Η διάλυση της υγείας με τον διαβόητο ΕΟΠΥΥ, και της παιδείας με συγχωνεύσεις σχολείων και πανεπιστημίων και την μαζική απόλυση προσωπικού εν όψει, θα ψηφίζονται από την Βουλή ειρηνικά, και μάλιστα με την  έγκυρη διαδικασία των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου. Η ιδεολογική επίθεση ενάντια στα «προνόμια» των εργαζομένων στο Δημόσιο είναι και αυτή ειρηνική και πρόσφορη, αφού μάλιστα θα αποκαταστήσει την κοινωνική ισότητα στα επίπεδα των 300 ευρώ και θα ανακουφίσει τους εργατουπάλληλους. Όλοι αυτοί οι κύριοι που με ευκολία κόβουν τα επιδόματα αναπήρων και πολυτέκνων μέσα στο κοινοβούλιο, το κάνουν ευπροσήγορα, με διαλεκτική δεινότητα, και βάσει των αρετών του διαλόγου - σκεφτείτε τον κ. Βρούτση ή, ακόμη καλύτερα, τον κ. Βορίδη.
Αλλά ας μιλήσουμε και για την «ανομία». Αισθανόμαστε τον πειρασμό να διαπιστώσουμε ότι  ανομία δεν είναι βασικά η παρανομία (η παραβίαση του νόμου), αλλά ένα καθεστώς παντελούς  έλλειψης δεσμευτικών  κανόνων και ζούγκλας, όπου ο πιο ισχυρός βαφτίζει την ισχύ  και την απόφασή του ως «νόμο». Αυτό που εννούσε ο Ε. Ντυρκάιμ  στα 1890, όταν έγραφε για την αυτοκτονία.  Η ανομία δεν αφορά σήμερα τις καταλήψεις οικημάτων, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο: την κατάλυση του Συντάγματος, το τέλος των κοινωνικών συμβολαίων, το πέταγμα της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας στον σκουπιδοντενεκέ. Η ανομία δεν είναι παρά ο κοινωνικός δαρβινισμός του απεριόριστου νεοφιλελευθερισμού, του πιο ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που εγκαταλείπει  και πατά τους αδύνατους, όχι γιατί είναι «φυλετικά κατώτεροι» -όπως θα έλεγε η Χρυσή Αυγή-, αλλά γιατί δεν προσαρμόσθηκαν καλά στην αγορά -όπως θα έλεγαν ο Χάγιεκ, ο  Σαμαράς, ο Βενιζέλος και ο Κουβέλης.
Είναι ανέκδοτο να μιλάς για «ανομία των αναρχικών» στη χώρα που ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα. Όπου οι βιομήχανοι και οι εφοπλιστές δεν φοροδιαφεύγουν, αλλά βάσει «κανόνων» φοροαπαλλάσσονται, όπου αυτοί που πετιούνται  στον δρόμο ονομάζονται «προνομιούχοι» και οι κεφαλαιοκράτες είναι κάποια «δημιουργικά» πρόσωπα, τα οποία παλεύουν για την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, όταν δεν κουράζονται να φτιάχνουν off shore και να ασχολούνται εν είδει Cosa Nostra με τις ΠΑΕ. Και όλα αυτά, ξεχνώντας τα ΜΑΤ, τα χημικά, τα περίστροφα που εκπυρσοκρότησαν τα τελευταία σαράντα χρόνια, με τελευταίο τον Γρηγορόπουλο. «Σκοτώθηκε, αντιστεκόμενος στην σύλληψη», όπως θα έλεγαν και στο ένδοξο Ράιχ.
Υπάρχει, λοιπόν, η άμεση φυσική βία, αλλά και η δομική βία: η μόνιμη και αυξανόμενη αναντιστοιχία ανάμεσα στις δυνατότητες αυτοπραγμάτωσης του σύγχρονου ανθρώπου και το ασφυκτικό πλαίσιο όπου εγκλωβίζεται κοινωνικά. Η δομική βία στην Ελλάδα των μνημονίων δεν μπορεί παρά να γεννά άπειρη κρατική και κοινωνική φυσική βία, και να ενισχύει την κοινωνική ένταση. Είναι η  λυσσαλέα βία του κρατικού μηχανισμού, του υπουργού  ΠΡΟΠΟ,  της αστυνομίας και των δικαστηρίων, που τώρα χτυπά τις  καταλήψεις και τους αντεξουσιαστές, ενώ χτες χτυπούσε τα συνδικάτα, την Αριστερά, τους μετανάστες: αύριο θα χτυπά τους πάντες. Είναι η φασιστική βία, που βγάζει στον αφρό την απόγνωση πληβειοποιημένων στρωμάτων και την στρέφει ανέξοδα ενάντια  στους ακόμη πιο ανίσχυρους. Είναι η κοινωνική αντιβία, που άλλοτε παίρνει μορφές κατανοητές και αποδεκτές –όταν συνδέεται οργανικά με τα κοινωνικά κινήματα–, και άλλοτε (θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά σε μια κερματισμένη κοινωνία;) παίρνει μορφές απολύτως αυτοαναφορικές, μειοψηφικές και ανομιμοποίητες. Θα προσθέταμε μάλιστα ότι το κράτος, σπάζοντας τα όποια συμβόλαια με τον ριζοσπαστικό ,και ιδίως τον αντεξουσιαστικό χώρο, πνίγοντας τους όρους ύπαρξής του, προωθεί μια στρατηγική της έντασης και της βίας υψηλής στόχευσης, καθορίζοντας και προεπιλέγοντας τον «ονοματοποιήσιμο» αντίπαλό του.
Για να ξαναγυρίσουμε, όμως, στις καταλήψεις. Η Αριστερά οφείλει να τις υπερασπιστεί ως κοινωνική τάση για τους ίδιους ακριβώς λόγους που τις καταστέλλει το κράτος. Το κράτος δεν καταστέλλει τις καταλήψεις επειδή ορισμένες φορές λειτουργούν ως ορμητήρια μειοψηφικής βίας. Τις καταστέλλει επειδή λειτουργούν ως ένα όριο στην μειοψηφική βία, επειδή μέσα σε αυτές λειτουργούν δυνατότητες ενός μη εμπορευματοποιημένου κόσμου, δυνατότητες κοινωνικού διαλόγου, μη αγοραίων κοινωνικών μορφών, δυνατότητες ανάπτυξης του  κοινωνικού φαντασιακού και του νοήματος και γνήσιων ανθρώπινων σχέσεων –όπως συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Επειδή, παρά τα όποια προβλήματά του, τις καθηλώσεις του, τις αποτυχίες του, ο αντεξουσιαστικός χώρος  μέσα από αυτές προτείνει ένα πρότυπο, μειοψηφικό μεν, αλλά διαφορετικό από την εμπορευματοποίηση των πάντων και την διάχυτη επικύρωση των ιεραρχικών σχέσεων. Επειδή κάποιοι και κάποιες μπορούν ακόμη να ελπίζουν και να μην υπόκεινται στον φόβο. Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι εχθρικό προς εμάς, αλλά αντιθέτως, σχετίζεται άμεσα με αυτήν την αξιακή ποιότητα που θα θέλαμε να «καταλάβει» όχι μόνο την οδό Δεριγνύ ή τον Σκαραμαγκά, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.       
Συνεπώς, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στο να διακρίνουμε τους αναρχικούς, και ίσως αύριο τους ριζοσπάστες, από τους «νοικοκυραίους», διασπώντας έτσι την πολιτική συνέχεια ανάμεσα στο 4% του παλιού ΣΥΡΙΖΑ και το 27% του νέου. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο να διευρύνουμε και να καθολικοποιήσουμε αξίες που βγαίνουν και μέσα από τις καταλήψεις και τους χώρους ελευθερίας: διαμορφώνοντας ένα νέο ηγεμονικό πλαίσιο και πείθοντας τον μέσο πολίτη και  ψηφοφόρο που μας πλησιάζει με ελπίδα, ότι εχθρός του δεν είναι οι «βίλλες» και οι  καταλήψεις, όπως του διαλαλούν τα ΜΜΕ, αλλά το ασφυκτικό κοινωνικό πλαίσιο που τον περιβάλλει και τον σκοτώνει.
Κοντολογίς, η διαφωνία μας με την αναρχία δεν θα έπρεπε να διατυπώνεται ως άρνηση της αυτοαξιοποίησης και της λειτουργίας χώρων με βάση την αξία χρήσης, και όχι το εμπόρευμα. Αλλά στην πρόταση, από την πλευρά μας, όρων που θα διεύρυναν και θα γενίκευαν αυτά τα πειράματα και πέρα από τα όρια της αναρχίας - χωρίς καμία αυταπάτη ότι θα περάσουμε στον κομμουνισμό μέσα από «κόκκινους θύλακες». Αυτονόητο είναι, βεβαίως, ότι πέρα από την συμφωνία ή διαφωνία με τις πρακτικές του αντεξουσιαστικού χώρου, ιδίως στο ζήτημα της λειτουργίας της βίας, οφείλουμε να σταθούμε «δικαιωματικά» αλληλέγγυοι σε όσους/ες  χτυπιούνται από την κρατική καταστολή, όπως επιτάσσει μια υγιής αριστερή παράδοση από την «παράνομη» εποχή του κόμματος των Μπολσεβίκων (1900-1917), μέχρι τις δίκες της «εξάρθρωσης της τρομοκρατίας» στην Ελλάδα του 2002.        
Δημήτρης Μπελαντής
REDNotebook
15 Ιανουαρίου 2013 - 3:13 πμ | Δημήτρης Μπελαντής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου