Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Μεγάλες Νύχτες, Δύσκολες Αυγές


Του Δημήτρη Μπελαντή  
RED NOTEBOOK
Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τις κριτικές επισημάνσεις του συντρόφου Χρήστου Λάσκου σε σημείωμά μου στο Red Notebook για την σχέση ιμπεριαλισμού, κυριαρχίας και ταξικής πάλης. Κατ’αρχήν, θα ήθελα να εκφράσω την ικανοποίησή  μου, που μια τόσο δραματική αλλά και  ενδιαφέρουσα στρατηγική  συγκυρία επιτρέπει, επιτέλους, να συζητήσουμε ανοιχτά, με στρατηγικά επιχειρήματα, με πλειοψηφίες και μειοψηφίες, με πολιτικές συγκρούσεις για το ζήτημα της κοινωνικής ανατροπής και του σοσιαλισμού/κομμουνισμού. Σπάει ένα ταμπού που για πολλά χρόνια ταλάνισε τον ΣΥΡΙΖΑ, και σύμφωνα με το οποίο η γραμμή δεν ήταν αποτέλεσμα διαβούλευσης, αλλά προϊόν ισορροπιών ανάμεσα σε συνιστώσες, ηγετικές ομάδες και «σημαίνοντες ανένταχτους». Ας προσέξουμε εδώ: όχι μόνο ανάμεσα στις «συνιστώσες της νυν Αριστερής Πλατφόρμας», αλλά ανάμεσα σε όλες ανεξαιρέτως τις συνιστώσες με προεξάρχοντα τον Συνασπισμό.
Όσον αφορά τις θέσεις μου για τον «αναπτυγμένο» ελληνικό καπιταλισμό, τις υποστηρίζω πάγια εδώ και δεκαετίες χωρίς όμως, να τις θεωρώ και προαπαιτούμενο για την επίλυση όλων των πολιτικών προβλημάτων.
Για να έλθω, όμως, στην ουσία. Είναι θετικό το ότι συμφωνούμε στην ανάγκη μετωπικής σύγκρουσης με τους μηχανισμούς και τις δομές της ευρωζώνης -και, ας το προσθέσω, δεν είναι διόλου αυτονόητο. Η αναφορά μου στην «κάποια σύγκρουση» είχε, προφανώς, ρητορικό χαρακτήρα και μόνο. 
Ας προχωρήσω, όμως, τον συλλογισμό: Όταν ο Χ.Λ. μιλά για «επαναθεμελίωση» της ενοποιητικής διαδικασίας, εννοεί μια κατάσταση δημοκρατικού μετασχηματισμού της ευρωζώνης και της Ε.Ε., μέσα από την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών εργατικών κινημάτων και την κατάκτηση της κυβέρνησης στις χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε. από την Αριστερά; Ή εννοεί μια διαδικασία «καταστροφής» και ανατροπής των δομών της ευρωζώνης και της Ε.Ε, θέση που εγώ βρίσκω ορθότερη; Θα προσθέσω ότι οι δομές της Ε.Ε., και ιδίως της ευρωζώνης (Σύμφωνα Σταθερότητας, Συνθήκες για ανταγωνισμό και απελευθέρωση αγορών από το Μάαστριχτ ως την Λισσαβόνα, αντεργατικά θεσμικά πλαίσια, αντιδημοκρατική δομή κλπ), δεν καταγράφουν μόνο έναν πολυετή ταξικό συσχετισμό δύναμης αλλά και τον αναπαράγουν κατά τρόπο διευρυμένο και μάλιστα με τρόπο σκληρυμένο, θωρακισμένο. Αυτό σημαίνει ότι εδώ δεν μπορεί να ισχύσει η πουλαντζιανή λογική του κράτους ως σχέση-πεδίο δυνάμεων  και ταξικών συσχετισμών (που και αυτή τότε μόνο ευσταθεί, αν το αστικό κράτος κατανοηθεί ως πεδίο δυνάμεων με δομικό όριο, όριο μη σταδιακά  μετασχηματίσιμο, βλ. και σε Π. Άντερσον «Οι αντινομιες του Αντόνιο Γκράμσι», Αθήνα 1979). Οι δομές αυτές δεν επιτρέπουν μείζονες μεταρρυθμίσεις, αν δε αυτές γίνουν δυνατές κάτω από την πίεση και την διεθνιστική αλληλεγγύη των λαών, τότε η ευρωζώνη και η Ε.Ε. θα μπουν σε μια πορεία διάλυσης ή απόσυρσης σε  έναν σκληρό πυρήνα κρατών. Αυτή, λοιπόν, η ανατροπή της ευρωζώνης και της Ε.Ε. θα προκύψει πολύμορφα – μέσα από τον διαρκή συντονισμό των Ευρωπαίων εργαζομένων και των κοινωνικών κινημάτων, μέσα από την απόσπαση αδύναμων κρίκων κλπ. Το ποιο θα είναι το κυρίαρχο, ας το λύσουν οι μελλοντολόγοι. Το σημαντικό σημείο είναι το γεγονός ότι η Ευρώπη των εργαζομένων, της αυτοδιαχείρισης και του σοσιαλισμού δεν μπορεί να οικοδομηθεί με τα ίδια «θεσμικά εργαλεία» και δομές, όπως εκείνα που συγκροτούν την Ε.Ε. ως αστική-ιμπεριαλιστική συμμαχία και ως στρατηγείο της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης. Αυτή, άλλωστε, η άποψη δεν χαρακτήρισε ιστορικά τους εθνοσκεπτικιστές (οι οποίοι ενδιαφέρονταν μόνο για το ζήτημα της απώλειας κυριαρχίας)  αλλά κυρίως κριτικούς μαρξιστές όπως ο Ν. Πουλαντζάς – και αυτό δεν το προβάλλω για να δώσω κύρος στην  άποψή μου, αλλά επειδή το επιβάλλει η ιστορική αλήθεια. 
Για να έλθω τώρα στο περίφημο ζήτημα του «αδύναμου κρίκου». Αυτό, κατά την γνώμη μου, αφορά το ζήτημα αν μπορεί να κατακτηθεί η πολιτική εξουσία (και όχι μόνο η διακυβέρνηση)  σε μια ορισμένη καπιταλιστική χώρα, σε μια χώρα όπου συμπυκνώνονται οι οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις όχι μόνο μέσα στον  εθνικό σχηματισμό αλλά και στο διεθνές πεδίο της ταξικής πάλης, όπου η συμπύκνωση αυτή δημιουργεί συνθήκες ενδοκρατικής ρήξης. Δεν αφορά το ζήτημα αν ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός μπορούν να οικοδομηθούν σε μια ορισμένη χώρα – πράγμα που δικαίως αρνούνταν ο Λένιν και ο Τρότσκι. Η διαμάχη Τρότσκι-Στάλιν μετά το 1923 – στην οποία και αναφέρεται ο Χ.Λ.– δεν  αφορά το αν δικαίως έγινε η ρώσικη επανάσταση το 1917 χωρίς να περιμένουν οι Μπολσεβίκοι τους γερμανούς, τους γάλλους κομμουνιστές κλπ, αλλά το αν η ρώσικη επανάσταση μπορεί να επιζήσει μεσοπρόθεσμα και να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα χωρίς την επέκταση της επανάστασης και αλλού. Πράγματι, η κριτική του Στάλιν στον Τρότσκι ότι ήθελε την «ταυτόχρονη επανάσταση» ήταν στρεβλωτική της άποψής του. Αλλά ο Τρότσκι δεν αντέλεγε σε αυτό με το επιχείρημα ότι δεν έχει νόημα να σπάσουν χωριστά οι κρίκοι στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Αντίθετα, κατήγγειλε τον Στάλιν ότι είχε μια πολιτική που εμπόδιζε την επιτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια σειρά από χώρες (Γερμανία, Κίνα, Ισπανία, Γαλλία), όπου προέκυπτε επαναστατική κατάσταση, και ότι έτσι καταδίκαζε την Σοβιετική Ένωση στην απομόνωση και στην αποτυχία. Η άποψη ότι οι «Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης» ως στόχος αποκλείουν την επαναστατική ρήξη σε εθνική κλίμακα δεν έχει καμία σχέση με τον τροτσκισμό (ο οποίος έχει άλλα προβλήματα, που δεν έχουν καμία σχέση με το προκείμενο).
Παρεμπιπτόντως, ο μόνος που κατήγγειλε τους Μπολσεβίκους για το ότι μονομερώς προχώρησαν στην επανάσταση σε μια «καθυστερημένη» χώρα από την σκοπιά των παραγωγικών δυνάμεων ήταν ο «ορθόδοξος μαρξιστής»  Καρλ Κάουτσκυ και όχι ο Τρότσκι, βεβαίως. Ο Κάουτσκι διεκδικούσε για την Γερμανια τα πρωτεία μιας κάποιας σοσιαλιστικής ρήξης. Πρόκειται για τον διάλογο ανάμεσα στο «Τρομοκρατία και κομμουνισμός» του Κάουτσκυ και το «Η προλεταριακή επανάσταση και ο απόστάτης Κάουτσκυ» του Λένιν.  Ο Γκράμσι συνέχισε αυτήν την συζήτηση μιλώντας  θαρραλέα για «επανάσταση ενάντια στο «Κεφάλαιο».
Αν τα παραπάνω είναι ισχυρά, τότε υπάρχουν όντως  διαφωνίες με τον σ.Λάσκο. Κατ’ αρχήν, όμως, δεν είναι διαφωνίες ανάμεσα στο «εθνικό» και το «διεθνές»  μέτωπο. Είναι διαφωνίες που αφορούν α) την δυνατότητα μετασχηματισμού της Ε.Ε. και της ευρωζώνης σε θετική κατεύθυνση  και β) το αν υπάρχει όντως  εναλλακτική λύση απέναντι στην προοπτική ρήξης με τον καπιταλισμό  σε κλίμακα κοινωνικού σχηματισμού, ρήξης θεωρούμενης υπό την ηγεμονία της Αριστεράς και των εργαζομένων και όχι υπό την ηγεμονία της «εθνοαπομονωτικής» αστικής τάξης (η οποία σήμερα δεν φαίνεται να εκπροσωπείται σχεδόν από κανένα, ιδίως μετά την αποδυνάμωση των ΑΝΕΛ). Υπό αυτήν την έννοια, το ζήτημα του εθνικού νομίσματος δεν είναι αυτόνομο αλλά υποτάσσεται στους όρους μιας αντιμνημονιακής και αντικαπιταλιστικής πολιτικής κάτω από συνθήκες διεθνούς πίεσης και σύγκρουσης (με διακοπή χρηματοδότησης, οικονομικό πόλεμο, προβοκάτσιες κλπ). .
Δεν είναι, όμως, και έλασσον, όπως φαίνεται να πιστεύουν πολλοί σύντροφοι/ισσες στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά , παραδόξως, και αυτό  το ΚΚΕ. Το νόμισμα αντανακλά πολλά πράγματα, διαφορές ανταγωνιστικότητας και κυριαρχίας, δυνατότητες οικονομικής πολιτικής,  πολιτικούς συσχετισμούς, πολιτιστικές αναπαραστάσεις).Το ζήτημα του εναλλακτικού σχεδίου εκτός του ευρώ είναι πολύ  υπαρκτό όχι γιατί από εμπάθεια ή ταξικό φθόνο ή από αφόρητο εθνικισμό   κάποιοι/ες γίναμε  ξαφνικά αντιευρωπαίοι αλλά επειδή η εθνική και η διεθνής αστική τάξη σκέφτονται πρωτίστως πολιτικά και δευτερευόντως με βάση το οικονομικό κόστος. Αποφασίζουν ως «κυρίαρχος» και διαλέγουν τον τρόπο αντιμετώπισης  του «εχθρού» τους, καθώς  διαθέτουν κάθε λογής δικό τους εναλλακτικό σχέδιο. Στην περίπτωση αυτήν, εμείς τι θα κάνουμε;
Θα μείνουμε σταθεροί στις θέσεις μας και στις πρακτικές μας  ή θα περιμένουμε τους Κάουτσκυ του καιρού μας (σχόλιο που δηλώνει απλά μια κατάσταση «διεθνιστικής»  αμηχανίας και όχι κάποιον ξενόφοβο αντιγερμανισμό, άλλωστε η γερμανική ριζοσπαστική παιδεία μας είναι πάντοτε απολύτως απαραίτητη).
Τέλος, το ευρώ δεν είναι  απλώς ένα νόμισμα. Είναι η εθνική αφήγηση του αστισμού μας από το 2001, ενώ η Ενωμένη Καπιταλιστική  Ευρώπη είναι η αντίστοιχη εθνική αφήγηση του αστισμού μας  από το 1981, η ένταξη στην οικογένεια των «ισχυρών καπιταλισμών», παρά τις εσωτερικές ανισότητες και ανισομέρειες.  Αντανακλά ένα ταξικό όριο, ένα «κατώφλι» που εσύ, ο εργάτης,  και τα κοινωνικά και εργασιακά σου δικαιώματα απαγορεύεται να το διαβείς. Θυμίζει το παλιό ταξικό όριο της «δημοκρατίας». Αν έβαζες το ζήτημα της ρήξης, της ριζικής κριτικής του καπιταλισμού, γινόσουν «ολοκληρωτικός», «σταλινικός»,  εκτός δημοκρατικού φάσματος, εκτός συνταγματικού τόξου,  στην Αριστερά «εκτός δημοκρατικού δρόμου» κλπ. Μια τέτοια συμβολική αναπαράσταση συμβαίνει και με το ευρώ. Αν δεχτούμε ότι υπάρχει αυστηρά και μόνο το Plan A, στην πράξη αποδεχόμαστε το συμβολικό ταξικό όριο. Αυτό είναι το ζήτημα και κανένα άλλο. Αν συμφωνούσαμε σε αυτό επί της ουσίας, στο ότι δηλαδή δεν υπάρχει κανένα ταξικό όριο ανάμεσα στην στρατηγική μας και την πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να μείνουμε στο «καμία θυσία για το ευρώ» και σε τίποτε άλλο. Δεν είμαι, όμως, βέβαιος ότι συμφωνούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου