Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Η διάρρηξη των αστικών κοινωνικών συμμαχιών


Η ΑΥΓΗ Ημερομηνία δημοσίευσης: 05/10/2012
Του Ανέστη Ταρπάγκου
Θεσσαλονίκη - Σεπτέμβριος 2012
Η ιστορική συμμαχία αστικής και μικροαστικών τάξεων
Η άσκηση της πολιτικής εξουσίας και η αναπαραγωγή της ταξικής κυριαρχίας της ελληνικής αστικής τάξης βασίστηκε ιστορικά, εδώ και εξήντα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου, στην αρραγή συμμαχία με τις μικροαστικές τάξεις, τόσο τις παραδοσιακές (της πόλης και της υπαίθρου), όσο και τα στρώματα της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης. Αυτή η συμμαχία υπήρξε νευραλγικής σημασίας για τη διασφάλιση της πολιτικής πλειοψηφίας στην οποία βασίζονταν ο αστικός δικομματισμός (ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.) γιατί εξασφάλιζε την κοινωνική νομιμοποίηση της μειοψηφικής αστικής τάξης της χώρας και μιαν ορισμένη συναίνεση προς αυτήν, έναντι σχετικών ανταλλαγμάτων που απολάμβαναν τα μικροαστικά στρώματα. Είναι ακριβώς αυτές οι κοινωνικές συμμαχίες που σήμερα, στον τρίτο χρόνο άσκησης της μνημονιακής πολιτικής, εμφανίζονται να κλονίζονται εξ αιτίας των καταστρεπτικών συνεπειών των τριών Μνημονίων, που πλήττουν όχι μόνον την εργατική τάξη, αλλά και σημαντικές μερίδες των μικρομεσαίων στρωμάτων.

Ως αποτέλεσμα αυτών των επιζήμιων συνεπειών που προκλήθηκαν από τη μνημονιακή πολιτική στα διάφορα τμήματα της μικροαστικής τάξης, ξεκίνησε μια διαδικασία πολιτικής τους αποστασιοποίησης από την παραδοσιακή συμμαχία τους με την αστική τάξη, που καταγράφηκε σ’ έναν βαθμό και στις εκλογικές αναμετρήσεις
Από μια γενική άποψη πρόκειται για τις δύο κατηγορίες της μικροαστικής τάξης στην ελληνική κοινωνία, που αντιπροσωπεύει προσεγγιστικά το 30% του ΟΕΠ, έναντι του 65% της μισθωτής εργασίας και του 5% των μερίδων της αστικής τάξης (βιομηχανικής, εμπορικής, εφοπλιστικής κ.λπ.). Αν συνυπολογίσει μάλιστα κανείς τα στρώματα της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης που εντάσσονται στην μισθωτή εργασία (στελέχη επιχειρήσεων και του κρατικού μηχανισμού, μεγάλο μέρος της διανοητικής εργασίας που συγκεντρώνεται στις δημόσιες υπηρεσίες κ.λπ.), τότε το ποσοστό των μικροαστικών τάξεων συνολικά (παλιών και νέων, της διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας) αυξάνεται με την αντίστοιχη μείωση του ποσοστού επί του ΟΕΠ της κλασικής εργατικής τάξης της εκτελεστικής εργασίας.
Σε γενικές γραμμές αυτή η αστική ταξική συμμαχία διαμεσολαβούνταν μέσα από την πολιτική επιρροή των σχημάτων του αστικού δικομματισμού: Ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης εκπροσωπούνταν από τη Ν.Δ. (αγρότες, βιοτέχνες, έμποροι, νέα ελεύθερα επιστημονικά επαγγέλματα), ενώ το μεγαλύτερο τμήμα της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης του ιδιωτικού και κυρίως του δημόσιου τομέα είχαν δεσμούς αντιπροσώπευσης με το ΠΑΣΟΚ. Αυτή λοιπόν η συμμαχία στο πλαίσιο του κυρίαρχου αστικού συνασπισμού εξουσίας τείνει σήμερα να τερματιστεί, με εξαιρετικά σημαντικές πολιτικές συνέπειες στον συσχετισμό των δυνάμεων.
Το μνημονιακό ολοκαύτωμα αγκαλιάζει και τα μικροαστικά στρώματα
Το πρώτο Μνημόνιο του Μαΐου 2010, το δεύτερο Μνημόνιο του Φεβρουαρίου 2012, αλλά και το τρίτο Μνημόνιο των 13,5 δισ. ευρώ, που ενδέχεται να φτάσει τα 22 δισ. ευρώ σήμερα, έχουν προκαλέσει καταστρεπτικές συνέπειες, πέραν της εργατικής τάξης που αποτέλεσε τον κεντρικό στόχο, στις κατώτερες και μεσαίες διαβαθμίσεις των μικροαστικών τάξεων, είτε κατά τρόπο άμεσο είτε έμμεσο.
Στην πρώτη περίπτωση των άμεσων συνεπειών εντάσσονται οι σοβαρές περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά δικαιώματα των στρωμάτων της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης (μηχανικοί, οικονομολόγοι κλπ. του ιδιωτικού τομέα, καθηγητές, δάσκαλοι, γιατροί κ.ά. του δημόσιου τομέα), με αποτέλεσμα η κοινωνική τους θέση να τείνει να προσεγγίσει την κατάσταση της παραδοσιακής εργατικής τάξης.
Εξίσου άμεσα πλήγματα δέχθηκαν και ορισμένες μερίδες των παραδοσιακών μικροαστικών τάξεων (όπως οι ιδιοκτήτες ταξί, οι φαρμακοποιοί, οι λογιστές κ.λπ.) μέσα από τις ρυθμίσεις που προωθούσε και προάγει η τρικομματική μνημονιακή συγκυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά μεγάλα τμήματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης οδηγούνται στον εκφυλισμό και τον αφανισμό έμμεσα, εξ αιτίας της κατακόρυφης μείωσης των εισοδημάτων της μισθωτής εργασίας που έχει επιβληθεί, με αποτέλεσμα τη ριζική μείωση της λαϊκής κατανάλωσης (έμποροι, μικροβιοτέχνες, επαγγελματίες κ.λπ.).
Ως αποτέλεσμα αυτών των επιζήμιων συνεπειών που προκλήθηκαν από τη μνημονιακή πολιτική στα διάφορα τμήματα της μικροαστικής τάξης, ξεκίνησε μια διαδικασία πολιτικής τους αποστασιοποίησης από την παραδοσιακή συμμαχία τους με την αστική τάξη, που καταγράφηκε σ’ έναν βαθμό και στις εκλογικές αναμετρήσεις της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου, αλλά που κυρίως συντελείται αυτή την τρέχουσα περίοδο επεξεργασίας και προσπάθειας κοινοβουλευτικής επικύρωσης του τρίτου Μνημονίου.
Σημαντικά στρώματα της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης του δημόσιου τομέα, που φτάνει σήμερα να τείνει να εξομοιωθεί με την εργατική τάξη, μετακινήθηκαν προς τα αριστερά τροφοδοτώντας την σημαντική άνοδο της εκλογικής επιρροής της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Παράλληλα βέβαια η κύρια εκλογική τροφοδότηση του ΣΥΡΙΖΑ πραγματοποιήθηκε με την μετατόπιση προς τα αριστερά μεγάλου μέρους της εργατικής λαϊκής βάσης του ΠΑΣΟΚ.
Από την άλλη πλευρά οι μικροαστικές τάξεις των κατώτερων και μεσαίων βαθμίδων τροφοδότησαν τους δύο νέους πολιτικούς σχηματισμούς των Ανεξάρτητων Ελλήνων και της Δημοκρατικής Αριστεράς. Ωστόσο ένα σημαντικό ποσοστό των μικροαστικών τάξεων παρέμεινε στην πολιτική επιρροή της Ν.Δ., κυρίως εξ αιτίας των αντιμνημονιακών και αναπτυξιακών της επαγγελιών πιστεύοντας τελικά ότι η διατήρηση της συμμαχίας τους στον αστικό συνασπισμό εξουσίας, θα τους διέσωζε από τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης.
Η συμμαχία εργατικής τάξης και μικρομεσαίων στρωμάτων
Ωστόσο η πολιτική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετεκλογικά με την κυβερνητική συμπαράταξη Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜ.ΑΡ., και η βαθύτατα μνημονιακή πολιτική που ξεκίνησε να εφαρμόζει, συμπυκνωμένη στο τρίτο Μνημόνιο, προκαλεί πλέον ισχυρούς κλονισμούς και στα μικροαστικά στρώματα που παρέμειναν εκλογικά παγιδευμένα στη Ν.Δ. και τη ΔΗΜ.ΑΡ., με δεδομένο βέβαια ότι το ΠΑΣΟΚ εισήλθε σε μία παραφθορά και πορεία κατάπτωσης από την οποία εξ αντικειμένου δεν μπορεί να εξέλθει, και την οποία αδυνατεί να αντιστρέψει.
Επόμενο είναι ότι σήμερα, μετά τη μετακίνηση των εργατικών μερίδων της κοινωνικής υπόβασης του ΠΑΣΟΚ προς τα αριστερά, να τίθεται το μείζον ζήτημα της αποσκίρτησης πολυπληθών στρωμάτων των μικροαστικών τάξεων (με την εξαίρεση των ανώτερων μικροαστικών μερίδων), από την πολιτική επιρροή της Ν.Δ. και της ΔΗΜ.ΑΡ., και κυρίως του προσανατολισμού που μέλλεται να κυριαρχήσει σ’ αυτή την πολιτική μετακίνηση.
Σ’ αυτό το σημείο πλέον τίθεται το κρίσιμο ερώτημα της πολιτικής κατεύθυνσης που θα επικρατήσει σ’ αυτή την πολιτική μετατόπιση παραδοσιακών και νέων μικροαστικών στρωμάτων. Βέβαια, οι μερίδες της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης (εργαζόμενοι σε ΔΕΚΟ και δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και υπηρεσίες) που δέχονται νέα πλήγματα με το τρίτο Μνημόνιο, θα συνεχίσουν την μεταστροφή τους προς τα αριστερά, εφόσον σαφέστατα γειτνιάζουν με την εργατική τάξη. Ωστόσο αυτό δεν είναι δεδομένο για την παραδοσιακή εργατική τάξη, η μετακίνηση της οποίας, προς τα δεξιά ή τα αριστερά, θα κρίνει σε έναν βαθμό και την έκβαση της σύγχρονης ταξικής διαπάλης.
Η συσπείρωσή τους στη νέα συμμαχία διακυβέρνησης που ευαγγελίζεται η Ριζοσπαστική Αριστερά, εμπεριέχει ως κύρια μορφή λαϊκής τους συμπαράταξης, την ανάδειξη συνεταιριστικών μορφών οργάνωσης, με δημόσια πιστωτική υποστήριξη, σχεδιασμένη παραγωγική οργάνωση, δημοκρατική επαγγελματική λειτουργία, απέναντι στις μεγάλες αλυσίδες παροχής αυτών των υπηρεσιών με όρους ολιγοπωλιακής εκμετάλλευσής τους.
Στην άλλη περίπτωση καραδοκεί η ένταξή τους στο πολιτικό τόξο των εθνικιστικών και ρατσιστικών σχηματισμών, που άλλωστε έχουν ούτως ή άλλως, μέσα στη σημερινή συγκυρία, την υποστήριξη των αστικών επιχειρηματικών και ιδεολογικών κέντρων. Μια τέτοια δυσμενής εξέλιξη είναι προφανές ότι θα στρέψει τον πολιτικό άξονα προς ακραία συντηρητικές κατευθύνσεις με επιθετικά αντιλαϊκά χαρακτηριστικά και κατασταλτικές μορφές συμπεριφοράς.
Βέβαια οι όροι της οικονομικής τους καταστροφής, που τείνουν να επικρατήσουν, συνηγορούν αντικειμενικά προς την στροφή τους στα αριστερά, ωστόσο όμως η «κρυφή γοητεία» του εθνικιστικού και ρατσιστικού φασισμού ασκεί μια ορισμένη επιρροή, που με κάθε τρόπο ενισχύεται από τους ελεγχόμενους μηχανισμούς πληροφόρησης.
Εναπόκειται στην ικανότητα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς να ηγεμονεύσει ευρύτερα και να διαμορφώσει τους όρους της κοινωνικής συμμαχίας εργατικής τάξης και μικροαστικών τάξεων, που είναι προϋπόθεση για την κατάκτηση της πολιτικής διακυβέρνησης και της άσκηση μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής πολιτικής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου