Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Για ποια χώρα πολεμάμε


Μπαλτύς, “Το παιχνίδι με τις κάρτες”, 1948-50
της Σίας Αναγνωστοπούλου
Στο παρά πέντε των επαναληπτικών εκλογών, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το κατασκευασμένο δίλημμα «με την Ευρώπη» ή «εκτός Ευρώπης», «με ευρώ» ή «χωρίς ευρώ». Αυτό το δίλημμα, στη βάση του οποίου η ΝΔ και οι λοιπές δυνάμεις προσπαθούν να δημιουργήσουν «ευρωπαϊκό» ρεύμα εναντίον του «αντιευρωπαϊκού» ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ, υποκρύπτει το πραγματικό ερώτημα των εκλογών της 17ης Ιουνίου. Κι αυτό δεν αφορά την ευρωπαϊκότητα της χώρας, αλλά την ίδια τη χώρα: για ποια χώρα θέλουμε να πολεμήσουμε. Το μεγάλο όραμα το οποίο ενέπνευσε επί δύο σχεδόν δεκαετίες την πολιτική του ΠΑΣΟΚ (η ΝΔ δεν είχε όραμα, σερνόταν και σέρνεται πίσω από το όραμα του ΠΑΣΟΚ) ήταν αυτό της «ισχυρής Ελλάδας», των Ολυμπιακών Αγώνων, του Χρηματιστηρίου, της διαπλοκής, της διαφθοράς και του εύκολου διαύλου του νεοφιλελευθερισμού, στη χώρα αλλά και την ευρύτερη περιοχή. Επί δύο δεκαετίες, το ΠΑΣΟΚ κυρίως προσπαθούσε να φτιάξει τη «λευκή» Ελλάδα, τις αξίες της οποίας υπαγόρευε η «λευκή» Ευρώπη, ο νεοφιλελεύθερος δηλαδή καπιταλισμός, με μήνυμα διαμεσολάβησης του οράματος τον εκσυγχρονισμό. Σήμερα, τον ρόλο της Ελλάδας  έχει αναλάβει η «λευκή» Τουρκία του Ερντογάν, με δίαυλο διαμεσολάβησης, για την ενσωμάτωση της Ανατολίας και των μουσουλμανικών Βαλκανίων αυτή τη φορά, το Ισλάμ.
Το όραμα της «λευκής» Ευρώπης, το οποίο συμμεριζόταν απολύτως η Ελλάδα, έχει στηθεί στη βάση ενός «σύμπαντος» χωρίς γεωγραφία και  επικράτειες. Αυτή η Ευρώπη, ξεχνώντας τι γίνεται στην ίδια την αυλή και τη γειτονιά της, φτιάχνει το «κάστρο» της σε σχέση μόνο με τους μακρινούς, αόρατους φίλους  – τις χρηματαγορές. Αντικαθιστά την πραγματικότητα που παράγει η γεωγραφία και τους δημοκρατικούς θεσμούς που παράγονται εντός των επικρατειών, με την υπεργεωγραφική και υπερεπικρατειακή, επί της ουσίας αντιδημοκρατική, «φυλή» των αγορών. Η τεράστια μετακίνηση πληθυσμών, με τη μορφή της μετανάστευσης, από χώρες εξαθλιωμένες λόγω της «δυτικής» πολιτικής, η φτώχεια και η ανασφάλεια μέσα στον ίδιο τον ευρωπαϊκό χώρο, οι εξεγέρσεις στη γειτονιά της Ευρώπης (Μέση Ανατολή) αποτελούν φαινόμενα τα οποία η «λευκή» Ευρώπη –και η Ελλάδα– απλώς «ξέχασαν». Κατάντησε η Ευρώπη ένας χώρος χωρίς συνείδηση γεωγραφίας, χωρίς συνείδηση των θεσμών και των δικαιωμάτων των ευρωπαϊκών επικρατειών, αλλά με συνείδηση μιας διεθνούς υπεργεωγραφικής και υπεράνω επικρατειών «φυλής», για την οποία εμπόδιο είναι οι απολίστιστοι απανταχού γηγενείς. Η Ελλάδα, στα σύνορα της ευρωπαϊκής γειτονιάς, επομένως στο μάτι του κυκλώνα, προσποιείτο ότι ήταν μέλος της «φυλής», ξεχνώντας ότι η πραγματικότητα του χώρου αλλά και της επικράτειας είναι πανίσχυρη. Το μεγάλο κύμα μετανάστευσης, που έσκαγε στην Ελλάδα, αντί να αποτελέσει μείζον θέμα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής πολιτικής, αντιμετωπίστηκε με συνθήκες (Δουβλίνο) που κουκούλωναν ένα από τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα του 21ου αιώνα –το άλλο είναι η οικονομική κρίση–, αρκεί να μη λερωνόταν η «λευκότητα» της Ευρώπης. Οι συνθήκες έρχονταν να καλύψουν την απουσία πολιτικής σκέψης, διορατικότητας, αλλά και ανθρωπισμού.Όταν ξέσπασε η κρίση, αντί να εγκαταλειφθεί το μεγαλοϊδεατικό όραμα, ως απολύτως αποτυχημένο, αφού γινόταν προφανές ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Ευρώπη ήταν τόσο «λευκές», ενισχύθηκαν οι πιέσεις για να διατηρηθεί αλώβητη η ευρωπαϊκότητα της Ελλάδας, αμόλυντη η «λευκότητα» της Ευρώπης. Με τις αναποτελεσματικές και εξαθλιωτικές μνημονιακές πολιτικές της «ιεράς συμμαχίας» των πάλαι ποτέ ισχυρών κομμάτων, κατασκευαζόταν μια τεχνητή νομιμοποίηση: της «λευκής» Ελλάδας που παλεύει εναντίον της «απολίτιστης» κοινωνίας. Όλο το μνημονιακό πρόγραμμα, αποικιοκρατικής λογικής και ιστορικότητας, απέβλεπε στον εξευρωπαϊσμό των «άχρηστων» της Ευρώπης. Όσο βάθαινε η κρίση τόσο επιταχύνονταν οι «μεταρρυθμίσεις», που είχαν στόχο όχι την ανασυγκρότηση του κράτους, την εξάλειψη των παθογενειών του ελληνικού συστήματος, την ανάπτυξη μιας άλλης κοινωνικής συνείδησης, αλλά τη διατήρηση, πάση θυσία, της Ελλάδας στον ρόλο του αντάξιου συνοδοιπόρου στον νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό πλανήτη. Το ρήγμα ανάμεσα σε μια κοινωνία που βίαια, με φόβο και  ενοχές, αποκτούσε συνείδηση της «μαυρίλας» της και σε μια εξουσία που επέμενε στο «λευκό όραμά» της μεγάλωνε, και εκφράστηκε δυναμικά στις εκλογές της 6ης Μαΐου. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να διευρύνει τον φακό και να μετατοπίσει το κέντρο εστίασης από τη «λευκή» Ελλάδα στη «μαύρη» κοινωνία, από τη «λευκή» Ευρώπη στις «γκρίζες ζώνες» της. Κατέδειξε με τα πιο ζωηρά χρώματα το τέλος του μύθου της «λευκής» Ελλάδας, απελευθερώνοντας την κοινωνία από την ενοχή του αποτυχημένου και άχρηστου Ευρωπαίου.
Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν είναι αντιευρωπαϊκή δύναμη· αντιθέτως, έδειξε ότι η Ελλάδα ανήκει όχι σε μια «περιούσια φυλή», αλλά στην Ευρώπη της μεγάλης ανεργίας, του μεγάλου ποσοστού επιβίωσης κάτω από τα όρια της φτώχειας, του φόβου και της ανασφάλειας. Συναντήθηκε με την άλλη Ευρώπη που προσπαθεί, στη βάση της ηθικής και των πολιτικών αξιών που ο ευρωπαϊκός χώρος έχει στο οπλοστάσιό του, να ξαναφέρει την πολιτική «στο κρεβάτι της κοινωνίας». Να ξαναμάθει να αντιστέκεται συλλογικά και διεπικρατειακά. Παρά τη σιωπή των ΜΜΕ, δεν υπάρχει μόνο η «λευκή» Ευρώπη που απειλεί. Υπάρχει και η «μαύρη» Ευρώπη που πάσχει, συμπάσχει και δραστηριοποιείται. Αυτό φάνηκε και στις 29 Μαΐου, σε μια σημαντική συνάντηση στη Φραγκφούρτη, την οποία οργάνωσε το «Τρανσφόρμ» κατόπιν πρόσκλησης της Ιγκέ Μετάλ, του μεγαλύτερου συνδικάτου της Γερμανίας, με τη συμμετοχή και άλλων ευρωπαϊκών συνδικάτων και συλλογικοτήτων, όπως η δική μας «Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας». Σ’ αυτή τη συνάντηση τέθηκαν οι βάσεις για τη συγκρότηση ενός μεγάλου, εν τόπω και χρόνω συγκροτημένου, ευρωπαϊκού δικτύου, αλληλεγγύης αλλά και συνεργασίας των συνδικάτων και των κινημάτων της Ευρώπης, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί η πολιτική σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο των κοινωνιών και σε άμεση σχέση με τον χώρο τους. Η συνάντηση, η οποία θα επαναληφθεί στις 29 και 30 Ιουνίου, ανέδειξε την ανάγκη να ξεπεραστεί ο απομονωτισμός της κάθε ευρωπαϊκής κοινωνίας, ενοχοποιημένης ως παρία και ανάξιας να βρίσκεται στην Ευρώπη των ισχυρών. Και έγινε φανερό ότι η κρίση στην Ευρώπη εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους στην κάθε χώρα, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές της. Όμως η κρίση δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα μιας χώρας· είναι ευρωπαϊκή, αποτέλεσμα του οράματος ενός πολιτικού συστήματος που φαντασιώνεται μια «λευκή» Ευρώπη με αποστολή τον εκπολιτισμό, όχι πια των μακρινών «απολίτιστων» γηγενών των αποικιών, αλλά των «απολίτιστων» γηγενών της Ευρώπης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ συνομίλησε και συνομιλεί όχι με τους «άχρηστους», ανάξιους της Ευρώπης Έλληνες, αλλά με τους γηγενείς της Ευρώπης κατοίκους της Ελλάδας (Έλληνες και μετανάστες), με τους νέους «κολασμένους» της Ιστορίας. Με αυτούς τους «κολασμένους» που, όταν αποκτούν συνείδηση του ιστορικού τους ρόλου, όταν χειραφετούνται από τις βολικές χειραγωγήσεις του παρελθόντος, όταν καθιστούν τις κατοχυρωμένες ευρωπαϊκές αξίες όπλο διεκδίκησης και αγώνα και όχι εργαλείο εθνικιστικής μαγκιάς, μπορούν να κουρελιάσουν συνθήκες και μνημόνια. Στη γειτονιά μας άλλωστε έχουμε εμπειρία από κουρέλιασμα πολύ ισχυρών διεθνών συνθηκών, όταν ένα κίνημα «κολασμένων», στη συνάντησή του με άλλους «κολασμένους», υποχρέωνε την τότε «λευκή» Ευρώπη να διαπραγματευτεί με τη μαχητικά εκφρασμένη βούληση ενός λαού αποφασισμένου για όλα. Σε έναν πόλεμο επιλέγεις κανείς στρατόπεδο, όχι γιατί γνωρίζει την έκβασή του, αλλά γιατί πιστεύει στις αξίες του στρατοπέδου που επέλεξε. Και οι αξίες αυτές πρέπει να είναι ξεκάθαρες. «Κολασμένοι» δεν είναι συλλήβδην όσοι φωνάζουν κατά του Μνημονίου και, στο όνομα της φτώχειας και της ανασφάλειας, οραματίζονται μια «λευκή» ρατσιστική Ελλάδα, μιλώντας για «λαθρομετανάστες» αντί για ανθρώπους χωρίς χαρτιά. «Κολασμένοι» δεν είναι αυτοί που ανέχονται τηλεοπτικούς αστέρες να χαριεντίζονται με τα αστέρια της Χρυσής Αυγής. «Κολασμένοι» δεν είναι όσοι βλέπουν το πρωτοπαλίκαρο της Χρυσής Αυγής να χειροδικεί ζωντανά στην τηλεόραση και δεν αισθάνονται τη μαχαιριά στην καρδιά της δημοκρατίας. Στις παρούσες, κρίσιμες συνθήκες ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας σπρώχνει τον ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Με μια ηχηρή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, εκφραστή των «κολασμένων», η λαϊκή βούληση μπορεί να αποτελέσει το ισχυρό όπλο επαναδιαπραγμάτευσης της θέσης της χώρας στην ευρωπαϊκή γεωγραφία, το ισχυρό όπλο επαναπροσδιορισμού των όρων συγκρότησης της ευρωπαϊκής πραγματικότητας των γηγενών, το ισχυρό όπλο συσπείρωσης των Ευρωπαίων «κολασμένων». Ο χρόνος για ισορροπίες ανάμεσα στη λίγο «λευκή» Ελλάδα και τους λίγο «κολασμένους» έχει λήξει εδώ και καιρό. Το όραμα της, μετά Μνημονίου ή/και βίας, «λευκής» Ελλάδας ναυάγησε οριστικά. Η Ελλάδα πλέον δεν μπορεί να διαπραγματευτεί παρά μόνο με την πραγματικότητα της κοινωνίας της, με την πραγματικότητα της αυλής και της γειτονιάς της· και η Ευρώπη, όσο «λευκή» κι να είναι, μόνο έτσι θα αντικρίσει την πραγματικότητα του ίδιου της του σπιτιού.
H Σία Αναγνωστοπούλου διδάσκει Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου