Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Δυο - τρία πράγματα που ξέρουν για μας: για τη διεθνή υποστήριξη των διανοουμένων υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ


Η διεθνής συστράτευση των διανοουμένων απ’ όλο τον κόσμο με τον ΣΥΡΙΖΑ έρχεται να συνεισφέρει στη επίγνωση που πρέπει να έχουμε εμείς οι ίδιοι για την ιστορική εμβέλεια, σε διεθνές επίπεδο, της πολιτικής, ιδεολογικής και κοινωνικής σύγκρουσης που μας περιμένει

Toυ Γιώργου Φουρτούνη

Ήρθαμε εδώ σήμερα για να συζητήσουμε ένα γεγονός. Όλες και όλοι διαισθανόμαστε την εξαιρετική σημασία αυτού του γεγονότος, αλλά μοιάζει να θέλουμε να την ψηλαφίσουμε κάπως περισσότερο. Το γεγονός είναι βέβαια η διακήρυξη προς υποστήριξη της μεγάλης πολιτικής μάχης που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ, γραμμένη από τον Ετιέν Μπαλιμπάρ, τη Βίκυ Σκούμπη και τον Μισέλ Βακαλούλη, την οποία υπογράφουν πολλές εκατοντάδες από τους διεθνώς σημαντικότερους διανοούμενους, κυρίως από τους χώρους της φιλοσοφίας, της πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας και των ανθρωπιστικών σπουδών, αλλά και της τέχνης. Το ίδιο το κείμενο της διακήρυξης θα άξιζε από μόνο του έναν ξεχωριστό σχολιασμό. Εξ’ όνυχος τον λέοντα: πρόκειται για ένα κείμενο εξαιρετικής συμπύκνωσης και ευστοχίας, που σε πολύ περιορισμένο χώρο περιγράφει πλήρως τα πολυσύνθετα διακυβεύματα της εκλογικής (αλλά και μετεκλογικής) πολιτικής σύγκρουσης, και τοποθετείται πολιτικά με καθαρότητα και σαφήνεια επί αυτών, αναδεικνύοντας τις κρίσιμες ευρωπαϊκές επιπτώσεις τους.
Αυτό το τελευταίο δίνει ήδη ένα πρώτο κλειδί για την ερμηνεία του όλου γεγονότος: η μάχη του ΣΥΡΙΖΑ έχει, στον ουσιαστικότερο πυρήνα της, μια ευρωπαϊκή, και συνεπώς παγκόσμια, διάσταση, πράγμα που εξηγεί το εντονότατο ενδιαφέρον των διανοούμενων της Ευρώπης και όχι μόνο. Θυμίζω ότι η κοινωνική καταστροφή που ζούμε στην Ελλάδα είχε εξαρχής ευρωπαϊκή, ή μάλλον αντι-ευρωπαϊκή, στόχευση: όλοι μιλάγαμε για ένα πείραμα των κυρίαρχων δυνάμεων της Ευρώπης, με τη συνεργασία του ΔΝΤ και την πρόθυμη διεκπεραίωση της εγχώριας πολιτικής, οικονομικής και μιντιακής διαπλοκής, ένα πείραμα για την ολοσχερή αθέτηση κάθε όψης του μεταπολεμικού πολιτικού και κοινωνικού συμβολαίου που διαμόρφωσε την Ευρώπη, για την αναίρεση κάθε όψης αυτού που έχουμε μάθει να ονομάζουμε «ευρωπαϊκό κεκτημένο». Το πείραμα αυτό ήταν εκ κατασκευής επαναλήψιμο (αυτό σημαίνει πείραμα), δηλαδή εξαγώγιμο προς την ενδοχώρα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά, όπως έχει εύστοχα σημειωθεί (έχω κατά νου ένα έξοχο κείμενο του Κώστα Δουζίνα), στη διάρκεια του πειράματος το πειραματόζωο όχι μόνο αντέδρασε, αλλά κατέλαβε το εργαστήριο και, ακόμα πιο σημαντικό, επιτελεί ήδη το δικό του πείραμα, ένα απολύτως κρίσιμο πείραμα ακριβώς επειδή είναι και αυτό, με τη σειρά του, εξαγώγιμο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι δηλαδή εξ αρχής ένα πείραμα για την Ευρώπη. Πρόκειται για το πείραμα της χειραφέτησης των ευρωπαϊκών λαών, με ανάληψη της κυβερνητικής ευθύνης από την αριστερά, που είναι και ο μοναδικός δρόμος για την επιβίωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών και της ίδιας της Ευρώπης.
Αλλά όταν το πειραματόζωο γίνεται πειραματιστής, του συμβαίνουν ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες αλλαγές: γίνεται υποκείμενο, συλλογικό υποκείμενο, πολιτικό υποκείμενο. Όπως έγραφε στο ίδιο κείμενο ο Κώστας Δουζίνας (παραθέτω από μνήμης), ο «λαός», από αντικείμενο της πολιτικής έγινε υποκείμενο της πολιτικής –και καθώς δεν μπορούμε να σκεφτούμε τον «λαό» παρά μόνο ως κάποιας μορφής υποκείμενο (του αποδίδουμε βούληση, επιθυμίες, αποφάσεις κλπ), αυτό φέρνει στο νου τον Ρουσώ και τη συγκρότηση της γενικής βούλησης, τη διαδικασία δηλαδή με την οποία ένας λαός γίνεται, ακριβώς, λαός. Και εδώ μπορούμε να βρούμε, ενδεχομένως, ένα ακόμα σημείο πρόσβασης και κατανόησης της τόσο μαζικής υποστήριξης των διανοουμένων παγκοσμίως στον ΣΥΡΙΖΑ.
Ας αναρωτηθούμε, προς στιγμή, τι ακριβώς σηματοδοτούν αυτές οι τόσο πολλές και σημαντικές υπογραφές υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, τι αντιπροσωπεύουν αυτοί οι άνθρωποι; Θα μπορούσαμε, θα είχαμε κάθε λόγο και κάθε δικαίωμα, να μιλήσουμε για τους κορυφαίους εν ζωή στοχαστές (και «στοχάστριες»: μας λείπει εδώ μια λέξη, που θα έπρεπε ίσως να επινοήσουμε), για την πρωτοπορία της σύγχρονης διεθνούς διανόησης, για πολλά από τα πιο μεγάλα «μυαλά» της εποχής μας, για την παγκόσμια αφρόκρεμα των κοινωνικών επιστημών και των ανθρωπιστικών σπουδών, και άλλα ηχηρά. Θα μπορούσαμε όμως να μιλήσουμε και σε ένα ιδίωμα περισσότερο κοντινό στις δικές μας αντιλήψεις, ένα ιδίωμα που εστιάζει λιγότερο στην ατομική επίδοση ή στην «παγκόσμια κατάταξη» της καθεμιάς και του καθενός, δηλαδή αποφεύγοντας μια δική μας εκδοχή ενός λόγου περί αριστείας και αρίστων. Στο κάτω-κάτω, είναι σε μεγάλο βαθμό από αυτούς τους ανθρώπους, και από κάποιους παλιότερους στους ώμους των οποίων στάθηκαν ετούτοι, που έχουμε μάθει ότι η σκέψη ή η θεωρία δεν είναι ένας ανοιχτός στίβος, έστω και «μετ’ εμποδίων», όπου κατέρχονται και αγωνίζονται ατομικές ικανότητες και θελήσεις, από τις οποίες εξαρτάται και η τελική επίδοση. Από αυτούς έχουμε μάθει ακόμα να δυσπιστούμε και σε μια, φαινομενικά αντίθετη, αντίληψη, που θέλει την αφηρημένη θεωρητική σκέψη, και τη φιλοσοφία ιδιαίτερα, να είναι το έλλογο απόσταγμα του πνεύματος της εποχής, η ίδια η αυτοσυνειδησία της -έχουμε μάθει, δηλαδή, να μην περιμένουμε από τους διανοούμενους να ακούσουμε την αλήθεια του παρόντος μας, την ουσία και τον προσανατολισμό του. Αντιθέτως: αυτοί οι άνθρωποι μας έχουν μάθει ότι η σκέψη, όπως και η δράση, και αλληλένδετα με αυτήν, είναι πάντοτε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συλλογική και κοινωνική διαδικασία, μια κοινωνική πρακτική, και ως τέτοια συνιστά ένα πεδίο δυνάμεων και ισχύος, τον χώρο άσκησης μιας ιδιάζουσας εξουσίας, η οποία μας προσδιορίζει ως σκεπτόμενα και δρώντα υποκείμενα την ίδια ακριβώς στιγμή, και με τα ίδια μέσα, με τα οποία θέτει όρια στο τι και πώς μπορούμε να σκεφτούμε και να πράξουμε –μας επιτρέπει και την ίδια στιγμή μας περιορίζει να υπάρχουμε ως υποκείμενα.
Υπ’ αυτούς τους όρους, θα λέγαμε ότι οι άνθρωποι που υπογράφουν τη διακήρυξη αντιπροσωπεύουν το συλλογικό, πολύπλευρο και πλουραλιστικό, αλλά σε κάθε περίπτωση εξόχως πολιτικό εγχείρημα του να σκεφτούμε αλλιώς, και να υπάρξουμε αλλιώς, να συλλάβουμε αλλιώς την ύπαρξή μας και τη δράση μας μέσα στον ιστορικό κόσμο των ανθρώπινων και κοινωνικών πρακτικών –τον μοναδικό κόσμο που μας δίδεται κάθε μέρα. Να σκεφτούμε, λοιπόν, σε κριτική ρήξη με τις δομές της κατεστημένης και επιβεβλημένης σκέψης, μιας ενιαίας σκέψης, σε παγκόσμιο επίπεδο πλέον. Αντιπροσωπεύουν το εγχείρημα της ορθολογικής αποδέσμευσης από τις παγιωμένες ορθολογικότητες, από τους κυρίαρχους αυτοματισμούς της σκέψης (ακόμα και αν αυτοί μας δίδονται διαμεσολαβημένοι από υψηλής ποιότητας θεωρητική αφαίρεση), ένα εγχείρημα δύσκολο, απαιτητικό και συχνά επικίνδυνο. Και αυτό φωτίζει μέσα από ένα επιπλέον πρίσμα το τεράστιο ενδιαφέρον και την ενθουσιώδη ανταπόκριση προς την ανατροπή που συντελείται στην Ελλάδα, με καταλύτη τον ΣΥΡΙΖΑ, την ανατροπή του πειράματος με τη μετατροπή του πειραματόζωου σε πειραματιστή: το νέο ελληνικό πείραμα, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ενέχει ακριβώς την ανάδυση εναλλακτικών δυνατοτήτων για τους εαυτούς μας και για τον κόσμο μας, ενέχει την εναλλακτική συγκρότηση των κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων, ατομικών και συλλογικών, ενέχει τη διάνοιξη νέων και αχαρτογράφητων περιοχών στη σκέψη και στη δράση.
Είναι υπό αυτούς τους όρους, λοιπόν, που έχει νόημα από πλευράς μας η ονοματολογία των υπογραφών, ο τονισμός του πραγματικά εντυπωσιακού αστερισμού των πολύ βαριών ονομάτων που προσυπογράφουν τη διακήρυξη: είναι ως εάν να δίνει το παρόν σύσσωμη η κριτική και ριζοσπαστική σκέψη, η πληθυντική αριστερά στη θεωρία και στη φιλοσοφία. Και πρόκειται πράγματι για ένα γενικό, παγκόσμιο προσκλητήριο: τουλάχιστον εγώ, και με μια πρώτη ματιά, αδυνατώ να εντοπίσω ιδιαίτερα σημαίνουσες απουσίες –είναι όλες και όλοι εδώ, εκφράζοντας την υποστήριξη και την αλληλεγγύη τους στον ΣΥΡΙΖΑ.
Και αυτό ενόχλησε πολλούς. Ενόχλησε κατά κύριο λόγο όσους είναι σε θέση να κατανοήσουν τη σημασία και την εμβέλεια του όλου γεγονότος. Ενόχλησε δηλαδή όσες και όσους η κίνηση αυτή εξαρχής και αναπόφευκτα εγκαλούσε: δυνάμεις της ευρύτερης αριστεράς στην Ελλάδα, και μάλιστα δυνάμεις που συμμερίζονται τον δικό μας πολιτικό πολιτισμό, αρνούνται όμως να συνεπαρθούν από την πολιτική κοσμογονία που συντελείται μπροστά στα μάτια τους – μιλώ για τους Λακεδαιμονίους της καθ’ ημάς αριστεράς, για να αναφερθώ στο καίριο σημείωμα του Αριστείδη Μπαλτά στις «Συναντήσεις» της κυριακάτικης Αυγής.
Μια εκδοχή του τρόπου διαχείρισης αυτής της ενόχλησης, κατά τη γνώμη μου ιδιαζόντως αποκαλυπτική, υπήρξε η ένσταση ότι η συλλογική αυτή κίνηση ήταν μεροληπτική υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ και εις βάρος άλλων εκδοχών και φορέων της ελληνικής αριστεράς. Η υποτιθέμενη μεροληψία επιχειρήθηκε να αποδομηθεί με το επιχείρημα ότι όλοι όσοι υπέγραψαν τη διακήρυξη δεν μπορούν να γνωρίζουν παρά μόνο ελλιπώς και από δεύτερο χέρι τα τεκταινόμενα στην ελληνική αριστερά. Δεν έχουν, ειπώθηκε, δεν θα μπορούσαν να έχουν, εκείνο το επίπεδο βιωματικής εμπλοκής και εξοικείωσης που δίνει σε όλους «εμάς» το δικαίωμα να λέμε ότι κάνουμε (ή έστω θα μπορούσαμε να κάνουμε) τις πολιτικές επιλογές μας μετά λόγου γνώσεως. Συνεπώς, υπό αυτούς τους όρους, η αλληλεγγύη προς τους Έλληνες εργαζόμενους ή ανέργους θα ήταν απολύτως θεμιτή, η υποστήριξη προς την ελληνική αριστερά στο σύνολό της επίσης θεμιτή, αλλά η υποστήριξη επιλεκτικά στον ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζονται ότι αγγίζει τα όρια του αθέμιτου. Εκφράστηκε, επί παραδείγματι, το ερώτημα: εάν ρωτούσαμε την καθεμία και τον καθένα για τις συγκεκριμένες θέσεις (και για τις σχετικές διαφορές) του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜΑΡ, θα ήξεραν να απαντήσουν;
Ωστόσο, αυτή η ένσταση είναι εξ ορισμού ελέγξιμη σε ατομικό επίπεδο, στο επίπεδο της γνώσης εκείνου ή του άλλου προσώπου, και έτσι χάνεται από χέρι η ουσιώδης συλλογική διάσταση της σκέψης, με όλες τις πολιτικές και θεωρητικές επιπτώσεις που αυτό ενέχει. Μια κρίσιμη τέτοια συνέπεια είναι ότι η συζήτηση μετατοπίζεται αυτομάτως στη σχέση (επάρκειας ή όχι) ανάμεσα στη γνώση μιας ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας (ο ΣΥΡΙΖΑ και η πολιτική μάχη που δίνει) και σε αυτή την ίδια την πραγματικότητα. Αυτό που θα ήταν περισσότερο ενδιαφέρον θα ήταν να αντιστρέψουμε τη λογική του προβλήματος. Το ζήτημα δηλαδή δεν είναι τι γνωρίζουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το κατά πόσον «εμείς», οι αριστεροί και οι αριστερές στην Ελλάδα, που μετέχουμε και υποτίθεται ότι γνωρίζουμε την πολιτική μάχη του παρόντος μας (όχι μόνο εκείνοι που κρατάν τις αποστάσεις τους από το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ακόμα και εμείς που συμμετέχουμε σε αυτό), έχουμε να μάθουμε κάτι ουσιαστικό για την πραγματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ από την ομόθυμη στήριξη της διεθνούς αριστερής διανόησης σε αυτόν. Το ερώτημα, με άλλα λόγια, είναι μήπως η κατανόηση του πολιτικού συμβάντος ΣΥΡΙΖΑ από εμάς τους ίδιους θα είναι ελλιπής εάν δεν συμπεριλάβουμε σε αυτήν και τη διεθνή απήχησή του. Αντί να επερωτούμε την επάρκεια ή όχι της γνώσης που έχουν οι διανοούμενοι του εξωτερικού για τον ΣΥΡΙΖΑ και τον πολιτικό αγώνα που διεξάγει, και με βάση αυτήν την επάρκεια να αποτιμήσουμε τη συμπαράστασή τους, μήπως θα ήταν πιο γόνιμο να σκεφθούμε ότι αυτή η συμπαράσταση εμπίπτει στην ίδια την πραγματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ, ότι έρχεται να καθορίσει εν πολλοίς την ίδια την ταυτότητά του;
Πολύ απλά, λοιπόν: η διεθνής συστράτευση των διανοουμένων απ’ όλο τον κόσμο με τον ΣΥΡΙΖΑ έρχεται να συνεισφέρει στη επίγνωση που πρέπει να έχουμε εμείς οι ίδιοι για την ιστορική εμβέλεια, σε διεθνές επίπεδο, της πολιτικής, ιδεολογικής και κοινωνικής σύγκρουσης που μας περιμένει. Και παράλληλα στην επίγνωση της τεράστιας ευθύνης που επωμιζόμαστε: την επίγνωση ότι είμαστε υποχρεωμένοι να τα καταφέρουμε, να φέρουμε σε πέρας το πείραμά μας, γιατί αλλιώς οι επιπτώσεις θα είναι πολύ βαριές για την Ελλάδα, την Ευρώπη και την υπόθεση της αριστεράς. Πέρα από την κοινωνική καταστροφή, την οποία δεν θα έχουμε μπορέσει να αποτρέψουμε, οι ορίζοντες που ανοίγουμε τώρα για μας και για όλον τον κόσμο θα ξανακλείσουν ακόμα πιο αμείλικτα και πιο καταθλιπτικά.
Αλλά αυτή η επίγνωση του εαυτού μας, των δυσκολιών, των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών που μας περιμένουν, στο ύψος των οποίων οφείλουμε να αρθούμε, δεν είναι στατική: μας διαμορφώνει κιόλας, μας κάνει τέτοιους που μαθαίνουμε ότι είμαστε. Με άλλα λόγια, η διεθνής πρόσληψη του ΣΥΡΙΖΑ με όρους ενθουσιώδους συμπαράστασης, και η αυτό-κατανόηση του ΣΥΡΙΖΑ στην οποία αυτή μπορεί να συμβάλλει, δεν αφορούν απλώς στη γνώση ενός ιστορικού και κοινωνικού γεγονότος με δεδομένη και ανεξαρτήτως προσδιορισμένη ταυτότητα, αλλά έρχονται να επικαθορίσουν το τι πραγματικά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, να διαμορφώσουν την ίδια την ταυτότητά του, την ταυτότητά μας. Λέγαμε, και λέμε ακόμα, τη φράση του Πρίμο Λέβι, τη γράφουμε στις αφίσες μας: εάν όχι τώρα πότε, εάν όχι εμείς ποιοι; Οι σύντροφοι μας από το εξωτερικό μας απαντούν μετ’ επιτάσεως: εσείς! Αυτό όχι μόνο μας μαθαίνει ποιοι είμαστε, αλλά συγκροτεί αυτό το «εμείς», μας φτιάχνει αυτούς που είμαστε, μας φτιάχνει τέτοιους ώστε να μπορούμε («εμείς», και όχι άλλοι και άλλοτε). Αυτή είναι και η σημασία, πιστεύω, της σημερινής εκδήλωσής μας: να σκεφτούμε τούτη την ένθερμη εκδήλωση συμπαράστασης, όχι μόνο για τη συγκίνηση και την περηφάνια που δικαιολογημένα μας κάνει να νοιώθουμε, αλλά επιπλέον, και ίσως σημαντικότερο, γιατί μας βοηθά να καταλάβουμε τους εαυτούς μας, σε κάθε επίπεδο, ατομικό και συλλογικό, κοινωνικό, διανοητικό και πολιτικό, μας βοηθά να κατανοήσουμε τις μάχες που δίνουμε και πρόκειται να δώσουμε, να καταλάβουμε την ιστορία στην οποία εμπλεκόμαστε. Είναι ζήτημα αυτογνωσίας, λοιπόν, όχι όμως με την έννοια μιας αλήθειας για μας τους ίδιους, εκ των προτέρων συγκροτημένης και κρυμμένης σε κάποια βάθη, την οποία ένα ψυχικό ή διανοητικό ενέργημα θα αποκάλυπτε και θα έφερνε στο φως, αλλά με την έννοια μιας γνώσης που εν πολλοίς συγκροτεί αυτό το οποίο γνωρίζει, μιας αυτογνωσίας που συμβάλλει στη συγκρότησή μας ως εαυτών, ως υποκειμένων και ως του υποκειμένου που από κοινού πάμε να φτιάξουμε. Οφείλουμε λοιπόν στις συντρόφισσες και στους συντρόφους που μας έχουν στο νου τους, που αυτόν τον καιρό έχουν τη σκέψη μας (με κάθε κυριολεκτική και μεταφορική έννοια), ότι αυτό μας δίνει μια ανεκτίμητη βοήθεια: μας βοηθά να γίνουμε αυτό που είμαστε.
Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην εκδήλωση με θέμα το διεθνές κάλεσμα ‘Με την Ελληνική Αριστερά, για μια Δημοκρατική Ευρώπη’, που διοργανώθηκε στη  Booze Cooperativa από το Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ την Τετάρτη 13 Ιουνίου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου